ξεμπροσθιάζω

πειράζω, ξεμασκαρώνω. Συνήθη φράση: Να τονε ιδώ θέλω στο καφενείο και θα τονε ξεμπροσθιάσω (ξεμασκαρώσω, ρεζιλέψω)

ξενερίζω

ρυθμίζω τη ροή του νερού να μην έχει διαρροές, και να ρέει σε ένα μόνο αυλάκι. Περί ιχθύος: χάνω τα νερά μου, περιπλανώμαι. Μτφ. αποπροσανατολίζομαι