αμπούνια (η)

0

μανία, μνησικακία, έχθρα, κρυφό μίσος. Συνήθης φράση: Έχω του μιά -ν αμπούνια από ντα τότε σας που μού ‘κλεψε το οζό, μα σάικα δε θα μου τη γλυτώσει

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.