αναχαράσσω

0

Α. αναμασώ, μηρυκάζω. ξανατρώγω μασημένο φαΐ, επαναλαμβάνω τα ίδια και τα ίδια Β. δεν κόβω, συνήθης φράση: το μαχαίρι αναχαράσσει = δεν κόβει, θέλει ακόνισμα. Συνήθης φράση: Ο γέρος δεν έχει αντόδια να μασεί, μα σκιάς αναχαράσει (αναμασεί). (Επίσης εκτός το μαχαίρι που τρίφτηκε κάπου και μετά »αναχαράσσει» είναι και το ψαλίδι, τα οποία φυσικά θέλουν ακόνισμα)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here