ανασούμπαλος, ατσούμπαλος, ανατσούμπαλος -η -ο

0

ο ακατάστατος, ο ανοργάνωτος, ιδιότροπος, άταχτος, ατημέλητος, κακοντυμένος, ούτε τρελός ούτε λογικός

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here