άρτηκας (ο)

ανάγκη (η)

αναγελώ

αναγέρνω

ανάγερτος -η -ο

αδερφομοίρι (το)

αναγκάζομαι

αμπουζάζω, μπουζάζω

αναγκασμένος -η -ο

αμπουλιά, ομπριά

αναγνώθω

error: Content is protected !!