αντρίστικος (ο)

ανήμερος -η -ο (το)

ασκορδούλακας (ο)

άχτι (το)

ανοιχροκουταλάτος (ο)

απίκως

ανεχοχλακά

αρνεύγω

αναμουδρώνω

αποκατασταλάσσω

error: Content is protected !!