Posts in
Γ

γαβρώνω

παθαίνω αγκύλωση των αρθρώσεων, πιάνομαι. (Ο κρητικός συνήθως λέει πως εγάβρωκε, ή εγαβρώκανε τα χέρια ή τα πόδια του, του από πολλές αιτίες. Από το πολύ καθισιό, από πολλή δουλειά, ακόμα κι απ το κρύο. Υπάρχει και ο όρκος ή η κατάρα σχετικά με το γαβρώνω. »Ε που να γαβρώσουνε τα χέργια απού μου κόψανε […]

γαϊτάνι (το)

πλεχτό κορδόνι, συνήθως πλεγμένο με τρεις μεταξωτές κλωστές. (Λέξη αγαπημένη στους ποιητές και που αρέσκονται να την χρησιμοποιούν σαν πρώτο συνθετικό, γαιτανόφρυδη, γαιτανοπλεμένη κλπ