Posts in
Ξ

ξαγορεύω, ξαγορεύγω -μαι

εξομολογώ -ούμαι, ψαρεύω κάποιον να του πάρω λόγια. Συνήθεις φράσεις: Να πεταχτώ θέλω στην εκκλησία να πάω να ξαγορευτώ μόνο συχώρεσέ μου κι ο Θεός να σου συγχωρέσει. Ή: Επήγε ο γιος σου στη γειτόνισσα, και κείνος τον εξαγόρεψε καλά καλά να μάθει ήντα ‘ποκάμαμε με το προξενιό