νταντουλιάσανε

νομάτοι (οι)

νησαντινόνερο (το)

ντιντήρω, ντιδήρω

νώμος (ο)

νάζι (το)

νεϊκεύω

νταούλι

ντακέρνω, ντρακέρνω

νέτος -η -ο

error: Content is protected !!