στεργιώνω, στεριώνω

στρούσια (τα)

σαγούλι (το)

σελέμης (ο)

σκαντρής (ο)

σύρε ξέσυρε

σύγκαλα του (στα)

σκελίδα (η)

σουρουθιά (η)

σμάρι (το)

σφαλιχτός -η -ο

σάζω

συρτικά (τα)

error: Content is protected !!