συρτά (τα)

συρταριά

συρτικά (τα)

σύρω χέρι

συστένω, καταστένω

σύψωμα

σφαγάρι (το)

σφαγή (η)

σφαίνω, σφαίλνω

σφάκα (η)

error: Content is protected !!