τσίριγμα (το)

τσιρίζω

τσιρίξω (να τη)

τσιρώ

τσίτα (η)

τσίτα κόρδα

τσίτι, τσιτάκι (το)

τσίτος, κρίθος (ο)

τσίτσιλα (τση μέρας)

τσιτσίρα (η)

τσιτσιρίζει

τσιτώ, τσιτώνω -μαι

error: Content is protected !!