χέρσο (το)

χειρόβολο (το)

χαντώ

χλεντζαμπούρης (ο)

χλιός -η -ο

χαλώ

χαρουμπίζω

χαϊλάζης (ο)

χειρόμυλος (ο)

χόβολη (η)

χάζι (κάνω)

error: Content is protected !!