χαλεπώνω

0

καθησυχάζω (πχ ως προς τον πόνο), αλλά και απομακρύνθηκε απέναντι στο βουνό και χάθηκε από τα μάτια μου. Συνήθεις φράσεις: Κι ο πόνος μου χαλέπωσε εδά που σ’ είδα πάλι. Η: Είδα τονε που εχαλέπωσε εκεια οπέρα στο βουνό πριν λίγη ώρα

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.