γαλανός -η -ο

0

άσπρος, κάτωχρος. (Η λέξη »γαλανός» χρησιμοποιείται συχνά για να δηλώσει το ανοιχτό χρώμα, αλλά που δεν είναι ακριβώς λευκό. Γαλανό είναι και το χρώμα του ουρανού, που είναι σιέλ προς το άσπρο. Η γαλανή αίγα που ασπρίζει. Ενώ τα γαλανά μάτια είναι τα μάτια σε ανοιχτή απόχρωση σαν του ουρανού. Επίσης γαλανός είναι και εκείνος που έχει ασπρίσει. Όταν λέμε πως αυτός επογαλάνισε, σημαίνει άσπρισε πολύ και χλώμιασε)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here