γαβρώνω

0

παθαίνω αγκύλωση των αρθρώσεων, πιάνομαι. (Ο κρητικός συνήθως λέει πως εγάβρωκε, ή εγαβρώκανε τα χέρια ή τα πόδια του, του από πολλές αιτίες. Από το πολύ καθισιό, από πολλή δουλειά, ακόμα κι απ το κρύο. Υπάρχει και ο όρκος ή η κατάρα σχετικά με το γαβρώνω. »Ε που να γαβρώσουνε τα χέργια απού μου κόψανε τα φρίγγια στο περβόλι. Ή: Να γαβρώσω σε ούλο μου το κορμί ανέ σου λέω ψώματα

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here