γέρνω, γείρω

0

πηγαίνω (εγείρανε αθό ντο βουνό) κατευθύνομαι (εγείρανε άλλη μπάντα), τραβώ προς μία κατεύθυνση (προς τα πού θα γείρομε σήμερο;) κλίνω, είμαι της γνώμης, (εγώ γέρνω προς τη πλευρά τη δικιά σου) κλείνω προς μία πλευρά (ο καμπανός γέρνει, το σαμάρι γέρνει)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here