γλοιανός, εγνοιανός (ο)

0

ο πλήρης φροντίδων και ιδιαίτερης μέριμνας. σοβαρός, σπουδαίος (Πολλά ‘γνοιανά μου φέρνει) συλλογισμένος, ανήσυχος (χαρά πολλή σ’ έτοιο γνοιανό τα μέλη ντου γρηκούσι), συμφορά (το ‘γνοιανό που με κινά και κλαίω) Νέο (μαντατοφόρος εγνοιανός και προξενήτρα εγίνει)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.