A

ά = αν, εάν , άμα.  Συνήθεις φράσεις: Ά δεν έρθει ο άθρωπος,  φύγε. Ή: Ά σε πιάσω στα χέργια μου αλίμονό σου!

αβανιά (η) = βαριά φορολογία

αβάντα, (η) = εναλλακτική λύση, εφεδρεία, διευκόλυνση. Συνήθης φράση: Ε και άμα δε πάει καλά η σοδειά με το στάρι και δε βγάλω πολλά πράματα έχω την αβάντα  του αμπελιού που επήγε πολύ καλά οφέτος

αβανταδώρος (ο) = ο βαλτός για να αβαντάρει μια δουλειά,  αυτός που στηρίζεται κάποιος πάνω του για να βγάλει χρήματα. (Παλιά στις αγορές, ακόμα και στην εμποροπανήγυρη  των Μοιρών, υπήρχαν άνθρωποι οι οποίοι είχαν,  παράνομα, ένα πάγκο με τυχερά παιγνίδια, με ζάρια, χαρτιά, τον λεγόμενο »παπά». Εβαζανάν άνθρωπο δικό τους να παίζει από δίπλα τους,  ο οποίος ολοένα και »κέρδιζε»! Έτσι ξεγελιώταν οι άλλοι που παραστεκούλιζαν δίπλα, και έμπαιναν στο παιγνίδι! Εκεί μετά έχαναν ότι κρατούσαν.  Στη πραγματικότητα ήταν βαλτός και έκανε πως κέρδιζε. Ο πληρωμένος  δε άνθρωπος ο λεγόμενος αβανταδώρος, έπαιρνε ένα ποσό για τον κόπο του και έφευγε έως την επόμενη φορά να δελεάσει νέα θύματα)

αβαρεσά, βαρεσά (η) = οκνηρία, τεμπελιό

αβάρετος, ανεβάτερος-η-ο = προκομμένος, δραστήριος στη  δουλειά, υπερκινητικός. Συνήθης φράση: Να τον ε χαίρεσε  το γιό σου, μα ήντα καλό κοπέλι, και ήντα ανεβάρετος άθρωπος, λεφτό δε σολαγάται!

αβατζέρνω, ξεβατζέρνω = προεξέχω, περισσεύω, πλεονάζω, Συνήθης φράση: Στράβωσε μιά ολιά  εκειονέ το σίντερο  στο τοίχο να μη ξεβατζέρνει πολύ και κουτουλήσει κανείς και του βγάλει τα μάθια ντου

αβδέλισμα (το) = αρρώστια ζώων

άβιος -α-ο = στείρος

αβιτζέρνω = εφιστώ την προσοχή κάποιου

αβολιά (η) = ζημιά

αβορδακός, αφορδακός (ο) = βάτραχος

αβρονιές (οι) αβρυά (τα) = τα βρύα, οβρυές. Συνήθης φράση: Επήγα σήμερο  στο Φανερωμνιανό ποταμό και εβρίκα ένα μάτσο καλά καλές αβρονιές, μονό βράσε τσοι να πιούμε και το ζουμί ντως με ξιδάκι απου ‘ναι φάρμακο καλό για τη κοιλιά

αγαληνά (επιρ) = ήρεμα, σιγά (από το αγάλι)

άγανα (τα) = λεπτές ίνες του σιταριού και του κριθαριού, τα μουστάκια του σιταριού ή κριθαριού κλπ. (Τα άγανα είχαν μεν ενδιαφέρον για τα παιδιά, γιατί έκοβαν το κεφάλι του σιταριού και με τα άγανα χάιδευαν το μάγουλο που ήταν απαλό, αλλά από την άλλη και πολύ επικίνδυνο. Κάθε άγανο είχε μικροσκοπικά εξογκώματα, λοξές προεξοχές σαν ψαροκόκαλο, που αν έμπαινε στο λαιμό, γάντζωνε με αποτέλεσμα να μην μπορεί να βγει, και να προχωράει μόνο του προς τον »κακό»  λαιμό. Αυτή ήταν μια πολύ δυσάρεστη εμπειρία σε όσους τότε άρεσε να παίζουν με τα στάχυα)

αγάντα = κουράγιο, κρατήσου, κουράγιο, δύναμη ,κάτι που μπορεί να πιαστεί κάνεις. Συνήθης φράση: Αγάντα γέρο, αγάντα καπετάνιο τση πάνω ρίζας!

αγαντάρω, αβαντάρω = στηρίζομαι κάπου

αγαπητερός-η-ο = αυτός που με τις χάρες του μπορεί να αγαπηθεί, αγαπημένος

αγαπίζω = ερωτεύομαι

αγάργιωτος-ος-η-ο = καθαρός, χωρίς λερωματιές

αγάς = Τούρκος αξιωματούχος, άρχοντας, αυταρχικός, καλοπερασάκιας

αγαστέρα (η) = η πυτιά, ένζυμο που χρησιμοποιείται στο γάλα για να μετατραπεί σε τυρί, συνήθως ήταν το πημένο γάλα στο στομάχι  του μικρού αρνιού ή κατσικιού που δεν έχει απογαλακτιστεί

αγαστεροπιάνω = αναπτύσσομαι ομαλά

αγγαρεμένος, -η-ο =  δεσμευμένος, στις υπηρεσίες άλλου. δοχείο γεμάτο, δέν είναι αδειανό, δέν είναι διαθέσιμο,  δοχείο  που έχει  μέσα κάτι άλλο

αγγειάδες (οι) = λερωματιές, βρομιές

αγγειό (το) = A δοχείο νύχτας  Β είδος χειροβομβίδας

αγγέλαμος (ο) = άγρια βρώμη, χόρτο το οποίο κόβεται κυρίως χλωρό και γίνεται σαν σανός τροφή κυρίως μεγάλων ζώων, ιδιαίτερα ελαφρύ σαν ξηρό, φυτό το οποίο χρησιμοποιείται και σαν ανεμοδείκτης, ο αέρας εύκολα κατευθύνει τα φύλλα του προς την κατεύθυνση που φυσά )

αγγελοσκιάζομαι = βλέπω οράματα, προμηνύματα για το θάνατο μου

άγγιχτος -η-ο = ανέγγιχτος, δεν έχει ακουμπήσει του πάνω ανθρώπινο χέρι

αγγουροφαίνεται μου = μου κακοφαίνεται

αγγρίζω = ερεθίζω  κάποιον,  όπως προκαλώ θυμό σε ένα παιδί και το κάνω να κλαίει, συνήθης φράση: άσε ήσυχο το κοπέλι μη το γκρίσεις. Ή : δεν επαρέτας ισα με και ήγγρισες το κοπέλι= το έκανες να κλαίει

αγγρισμένος (ο) = εκείνος που είναι θυμωμένος, ο ερεθισμένος

αγιάερτος-η-ο = αγύριστος

αγιάζι (το) = πρωινή δροσιά

αγιάρι (το) = ρύθμιση ώρας, συγχρονισμός

αγίδα (η) = συμπαράσταση, βοήθεια

αγίζι, αγιζότη (η) = η ταχύτητα που παίρνει κάποιος

αγιόγυρος (ο) η αζόγυρος = θάμνος απαλός αλλά με άσχημη μυρωδιά  με κίτρινα ανθάκια. ( Πολλές φορές έχουν  χρησιμοποιηθεί τα μακριά απαλά κλαριά του  για να γίνουν λιγοδέτες στα δεμάτια των σιτηρών. Έχουν γραφτεί διάφορα  για τον αγιόγυρο, καθώς και δοξασίες. Μια δοξασία  μας λέει πως όταν ήθελαν να  »μεταδέσουν» κάποιον »τον έδεναν στον αγιόγυρο», δηλαδή, του έκαναν μάγια, έδεναν κάτι στη ρίζα του αγιόγυρου λέγοντας τα σχετικά λόγια της κατάρας)

αγιοδημητρούλα (η) = χρυσάνθεμο

αγιοκωνσταντινάτο (το) = σπαθί κατασκευασμένο επί Μ. Κ ων/ου

αγιοκωνστάντιο (το) = βυζαντινό νόμισμα

αγκαθίτης (ο) = είδος νόστιμου άγριου μανιταριού. ( Μανιτάρι του αγρού παρόμοιο με τον γλιτσίτη, αλλά όχι σε λευκό χρώμα και γυαλιστερό. Χαρακτηριστικό γνώρισμα του αγλαθίτη, είναι το »δαχτυλίδι» που έχει στη ρίζα)

αγκανάρω = υποχρεώνω

αγκανιάρηση (η) = αγανάχτηση, εξόργιση, εξανάγκαση

αγκανιαρισμένος (ο) = θυμωμένος

αγκανιάρω = θυμώνω

αγκασθιά, αγκαραθιά, πιπιλιά (η) = πολυετής θάμνος με κίτρινα άνθη την άνοιξη  το οποίο παράγει  σκόνη πού ενοχλεί τα μάτια. Σχετική η  παλιά παροιμία: Μεγάλος  είναι ο πλάτανος, αλλά κουβάργια κάνει, μικρή ‘ναι και η αγκαρασθιά, αλλά τα μάθια βγάνει. (Το έλεγαν αυτό για να τονίσουν πως και οι μικροί κι ασήμαντοι μπορούν να κάνουν μεγάλη ζημιά. Συμπαθέστατος θάμνος, μοιάζει με το τσάι του βουνού, στα παιδιά που τα άνθη του φυτού τα ονόμαζαν πιπιλιές και τα έκοβαν και από την πίσω πλευρά ρουφούσαν το γλυκό του νέκταρ που κάθε άνθος είχε και μια σταγόνα)

αγκάστρι (το) = εγκυμοσύνη

αγκίδα, τσίτα (η) = μυτερό αγκάθι,  μυτερή σχίζα από ξύλο. Συνήθης φράση: Μα έλα παέ και ξάνοιξε στη πατούχα μου να ιδείς που μου κάρφωσε μια αγκίδα

αγκινάργια (τα) = μικρά κωνικά σχήματα της βροχής, όταν πέφτει στο έδαφος. Όταν στην αρχή δημιουργούνται τα αγκινάργια, συνήθως προμηνύεται δυνατή βροχή. Συνήθης φράση: Ιδέτε κάτι αγκινάργια που  κάνει η βροχή! Ε κακορίζικο μα έχει να ρίξει πολύ νερό!

αγκινάρι (το) = μικρό αγκίστρι συν κορυφή του αδραχτιού

αγκιναρόδαυλο (το) = ο ξερός κορμός της αγκινάρας το καλοκαίρι. (Επειδή τα αγκιναρόδαυλα ήταν πολύ εύφλεκτα, συνήθως τα χρησιμοποιούσαν για προσάναμμα στο μαγείρεμα. Πιο παλιά τα παιδιά αφού τα καθάριζαν από τα αγκάθια χρησιμοποιούσαν στο παιγνίδι »χοίρους» όπου με τα αγκιναρόδαυλα έσπρωχναν ένα ντενεκάκι. Παιγνίδι που προκαλούσε μεγάλη φασαρία)

αγκίνιος -α-ο, άγκίνιαστος-η-ο = αχρησιμοποίητος, νεοφόρετος, ολοκαίνουργιος,  αμεταχείριστος  (από το εγκαινιάζω). Συνήθης φράση: Εγκίνιασές το πούρι το ποκάσμισό σου και δεν ε περίμενες τη Λαμπρή! Εδα μεγιά σκιάς και καλοφόρετο!

αγκούσα (η) , αγκουσεμός (o) = στεναχώρια, θλίψη, δύσπνοια, αγωνία

αγκουσεμένος -η-ο = στεναχωρημένος, θλιμμένος

αγκουσεύω = στεναχωριέμαι

αγκούτασκας (ο) = αγριαχλαδιά, αλλά και  εξόγκωμα στο δέρμα σε σχήμα ρεβιθιού η γνωστή  μυρμηγκιά

αγκριγιά (η) = βαρεία μυρωδιά κριού η τράγου, βαρβατίλα

άγκριγιος-α-ο = άγριος

άγκρουστος (ο) = βλαβερό ζιζάνιο του αγρού με κονδυλώδεις υπόγειους βλαστούς. (Μεγάλη πληγή στους αγρότες, διότι το φυτό αν δεν διαλεχτεί καλά, απομυζεί όλο το χωράφι)

αγκυλώνω = τρυπώ με αγκίδα, τσιμπώ, ερεθίζω. Συνήθης φράση: Αντε να πας να ξυριστείς γιατί μου αγκυλώνουνε τα γένια σου

αγλάκιο (το) = το τρέξιμο

αγλακιχτός-η-ο = αυτός πού τρέχει γρήγορα

αγλακώ, ή γλακώ = τρέχω γρήγορα

αγνάδα (η) = μέρος με απεριόριστη θέα

αγναντίζω = κοιτάζω από ψηλά να δω

αγόγλωσσος (ο) = το φυτό άγλωσσων, άγριο λαχανικό εδάφους παρόμοιο με τον σκολιάμπρο. Έχει πιο πλατιά σταχτιά φύλλα και μπαίνει σε πίτες ή σε γιαχνιστά κλπ

αγούγια, εγούγια = αλίμονο. Συνήθης φράση: Εγούγια ντου του μοναχού, και στο φαί ντου ακόμα)

αγούδουρας (ο) = Α. ελαφρύς θάμνος που τον παίρνει ο αέρας, ειδικός και για προσάναμμα, Β. αρρώστια της γίδας  που εμφανίζεται στα αυτιά (Παλιά οι κατσίκες όταν έτρωγαν πολλούς δροσερούς αγουδούρους  έβγαζαν μια αρρώστια στα αφτιά όπου μάτωναν και έκαναν κακάδια, τότε λέγανε: Πάλι τον αγούδουρα έβγαλε)

αγουδουρές (οι) = τα άπλυτα

αγουρίδα (η) = άγουρο σταφύλι. (Παλιά άρεσε στα χωριά της Κρήτης να βάζουν στα βραστά λαχανικά κυρίως χυμό αγουρίδας αντί λεμόνι)

άγουρος-η-ο = αγίνωτος, ανώριμος

αγράντα = του σκασμού, συνήθης φράση: Ήφαγα σήμερο καλά, και την έκανα αγράντα = έφαγα τού σκασμού

αγριγιάδια (τα) = τα άγρια βλαστάρια στη ρίζα των δένδρων, τα βλαστάρια που έβγαιναν έξω από το εμβολιασμένο σημείο του δένδρου και πρέπει να αφαιρεθούν

αγρίμι (το) = ο αίγαγρος, ( αγριμάκι λένε και το νεαρό ζωηρό ατίθασο και ζόρικο παιδί)

αγριμόνες (οι) = άγριες κατσίκες

αγριμπάζα (η) = η άγρια, η γλωσσού, η καπάτσα ( γυναίκες ή θηλυκά ζώα)

αγριομαδαρίτης (ο) = βουνίσιος

αγριοξανοίγω = κοιτάζω με άγριο βλέμμα. Συνήθης φράση: Σταμάτα Μανωλιό τσι τροζάδες, θωρείς τον πατέρα σου πως σε αγριοξανοίγει?

αγώγι, αγώι (το) = η μεταφορά με αμοιβή

άγωμεν (προσταχτική τού άγω) = πηγαίνετε. Συνήθης φράση: Καλό βράδυ κοπέλια μου και άγωμεν στο καλό

αδέλοιπος, αποδέλοιπος -η-ο = υπόλοιπος. Συνήθης φράση: Μάζωξε τα καλά καλά φρίγκια και τα αποδέλοιπα τα κακοτερένια πέτατα των ορνηθώ

αδιάζω = ευκαιρώ, έχω χρόνο, βοηθώ. Συνήθης φράση: Δέ μου βολεί κακορίζικο να ΄ρθω να σου συντράμω γιατι δεν αδειάζω από τσι δουλειές

αδιάρμιστα = ασκούπιστα. Συνήθης φράση: Αδιάρμιστα έχω κακορίζικα σήμερα το σπίτι, μόνο ελάστε αύριο

αδιάρμιστος-η-ο = ασυγύριστος, ακατάστατος, ανακατεμένος, αταχτοποίητος

αδιάρω = βοηθώ

αδιαφόρετος-η-ο = μάταιος

άδουλος-η-ο = αδούλευτος, ασυνήθιστος στην εργασία. Συνήθης φράση: Μα δέν είδες τα χεράκια του άσπρα άσπρα και καθαρά, εμα άδουλος άθρωπος  είναι, ήντα περίμενες

αδράχνω = αρπάζω, δράττω

αδράχτι (το) = αυτό που τύλιγαν το στριμμένο μαλλί από την ρόκα, και βοηθούσε και στο στρίψιμο

άει = άμε (άει στο καλό), είτε (αυτός. άει έρχεται, άει δεν έρχεται), ή (θα έρθει? άει δεν κατέχεις?)

αελιά, αελέ, αιλιά = αγελάδα. Συνήθης η περιπαιχτική φράση: Πρώτη μου φορά θωρώ αελέ να κουτουλά το βούι!

αεράντη (η) = η γουρούνα (Λασίθι)

αέρες = όχι δα, τρίχες, αποκλείεται, καθόλου. Συνήθης φράση: Είπε πως σήμερο θα λα μου φέρει τα χρωστούμενα, αέρες! Εγέλασέ με ο άτιμος!

αεροσέρνω (τριτοπρόσωπο αεροσέρνει) = γκαστρώνεται, (αφορά ζώα). Συνήθης φράση: Ε τη παντέρμη την αίγα, καλό έχνος μα δεν αεροσέρνει, και θα ‘λα κάμει γερά γερά κατσικάκια

αέτητος-η-ο = μεγάλης αντοχής, διαρκής, ακατάλυτος. Πάρε  καλιά ετηνέ τη τρυποκουτάλα που είναι αέτητη, μνιά ζωή θα το σέρνεις. Την είχα και εγώ από τη γιαγιά σου και την ήσερνα τοσανά χρόνια και πράμα δε παθαίνει

αετομαδαρίτισα (η) = εκείνη που συνδυάζει τα χαρακτηριστικά του πετάγματος του αετού, με την περηφάνια της μαδάρας (βουνού).

αζάπης (ο) = δυστυχής, φίλος, σύντροφος, κακομοίρης, ταλαίπωρος.

αζάς (ο) = πρόκριτος

αζάτης (ο) = ελεύθερος, ασύδοτος, ανεξέλεγκτος

αζάτι (το) (κάνω αζάτι) = αφήνω να φύγει, κάνω πέρα, διευκολύνω, ελευθερώνω

αζατοχάρτι (το) = έγγραφο που έδινε ελευθερία, αποφυλακιστήριο

αζιγανεύω, ζιγανεύω = εξαπατώ, αδικώ

αζιγανιά, ζιγανιά, κατσικανιά, κατσουκανιά (η) = αδικία , εξαπάτηση δολιότητα, απάτη. Συνήθης φράση: Είδες ο αλλοτεσινός? Ηβρασέ μου μια κατσουκανιά απου δεν είχε ανεραμό! Επήρε τα τυργιά πως θα’λα μου φέρει μια κανίστρα κρασί και κείνος τα ταχτοποίησε τα τυράκια και να μου και μένα

αζουδιά (η) = κακοτυχία, γρουσουζιά

άζουδος = άτυχος, άμοιρος, κακότυχος, ταλαίπωρος

αζωντανεύγω = ζωντανεύω

αθάλη (η) = καπνιά

αθάλια (τα) = ποικιλία αμυγδάλου, μικρά στρογγυλά με μαλακό σχετικά περίβλημα. (Μιά ποικιλία που την έφεραν οι παππούδες μας από την Μικράν Ασία στον πόλεμο του 1912. Ήταν μαλακά σχετικά, στρογγυλά και με δύο καρπούς μέσα και πολύ νόστιμα. Μετά το δυστύχημα του Τσέρνομπιλ όμως σχεδόν χάθηκε το είδος)

άθαφος, άθαφτος (ο) = άταφος

άθερο (το) = το αθέριστο χωράφι

αθιβάλλω, αναθιβάνω = έχω την κουβέντα κάποιου

αθιβολές (οι) = αναφορές στο παρελθόν

αθιβολή (η) = η θύμηση από τα περασμένα, η θύμηση και ο λόγος για κάποιον ενώ λείπει. Συνήθης φράση: Καλώς τονε, κι οψές στο σπίτι είχαμε την αθιβολή σου

αθόγαλο (το) = η τσίπα του βρασμένου γάλακτος

αθοπιταρού (η) = η γυναίκα που κάθεται πολύ κοντά στο τζάκι κοντά στη στάχτη για να ζεσταθεί

αθός (ο) = ο ανθός

άθος (ο), αθάλη, αχυλιά (η) = στάχτη της παρασιάς

άθος και καπνός = ολική καταστροφή, εξαφάνιση, διάλυση. Συνήθης φράση: Τα λεφτά μου εμένα εγενίκανε άθος και καπνός

αθοτύρι (το), αθότυρος (ο) = τυρί που διατηρεί το βούτυρο (Τα αθοτυράκια πάντα ήταν το σήμα κατατεθέν στη Μεσαρά σε κάθε σπίτι. Φτιασμένα είτε από πυθιά είτε από ξύδι ή κλαριά συκιάς, ήταν το απαραίτητο στο κολατσιό ψωμοτύρι με σταφιδολιές. Δεν εξέλειπε από καμιά βούργια στην εξοχή καθώς και το κρασάκι)

αθούμπαλη, αθούβαλη (η) = στάχτη με μικρά αναμμένα κάρβουνα, χόβολη

άθρωπος (ο) = ο έχων καλά αισθήματα, ο τίμιος, ο έχων καλούς τρόπους. Συνήθης φράση: Αυτός είναι πραγματικός άθρωπος, όι αστεία…

αθώ = ανθίζω

άθωρος-η-ο = αυτός που δεν έχουμε δει ακόμα. Συνήθης φράση: Πες στο νεαρό να έρθει απο το σπίτι να τον ε γνωρίσομε, γιατί εμείς, πες του, γουρούνι άθωρο δεν το πέρνομε

αιντέστε, αντέστε, άιντεστε = ελάτε, ας πηγαίνουμε, πάμε. Συνήθης φράση: Ε ενύχτωσε, ακόμη μαζεύετε ελιές? Αντέστε δα μα καλά ‘ναι!

αιπλίκι (το) = ελάττωμα, κουσούρι

αιράνι (το) = πολύ λεπτό ύφασμα, είτε από κατασκευής, είτε επειδή έλιωσε από την πολυκαιρία

ακάμωτος-η-ο = ανώριμος, αγίνωτος, άγουρος. Συνήθης φράση: Ακάμωτα ναι μπρε ακόμη ετανέ τα σταφύλια

ακάνιαστα (τα) = τα μικρά πουλιά στη φωλιά που μόλις βγήκαν από το αυγό, χωρίς φτερά, τα μικρά γενικά πλάσματα

ακάτεχος-η-ο = αδαής, άπειρος. Συνήθης φράση: Ηντα να κάμω ο κακομοίρης που ήμουνε ακάτεχος ετοτεσάς απο κοπελιές και τη πάτησα!

ακατίγατος (ο) = άτακτος, ζωηρός, ανυπόταχτος, ανυπάκουος

ακήδευτος-η-ο = αφρόντιστος

ακιντές, ακιντί = γλυκίσματα, καραμέλες (Τουρκ)

άκλερος = άτεκνος

ακόνι (το) = σμύριδα άλλα και λεία πέτρα ποταμού ή θάλασσας

ακονόπετα = σκληρή πέτρα, ειδική για ακόνισμα. (Για ένα πρόχειρο ακονιστήρι μαχαιριών, έπαιρναν μια λεία πέτρα από τον ποταμό ή τη θάλασσα, τη λάδωναν και πάνω εκεί ακόνιζαν. Όμως τις καλές ακονόπετρες τις έβρισκαν στο βουνό που ήταν σκληρότερες και λείαιναν τα μέταλλα χωρίς να φθείρονται

ακούω = υπακούω, αισθάνομαι, νοιώθω, μυρίζομαι, οσφραίνομαι, Συνήθεις φράσεις:  Επαέ ακούγεται η ψοφχιά. Η: Αν ε σ’ άκουγα γέρο, εδά θα ΄λα ν- ήμουνε εκατομμυριούχος!

ακράνυχο (το), ακρόνυχο = το προεξέχον τμήμα του νυχιού. Συνήθης η φράση από το δημοτ. τραγούδι του αετού: Για να λιώσουνε τα χιόνια απ ‘ τα φτερά του, και τα κρούσταλα από τ ΄ακράνυχα του

άκρατος -η-ο = γνήσιος, διαλεχτός, ανόθευτος

ακριβός-η-ο = πολύτιμος , πολυαγαπημένος. Συνήθης φράση από γράμμα: Ακριβέ μου αδερφέ σήμερο λάβαμε γράμμα σου…

ακριμάτιστος-η-ο = χωρίς κρίματα, χωρίς αμαρτίες

ακριμνιός -α -ο = ο ευρισκόμενος στην άκρη

αλαβάρι, μαθώς = άλλωστε, πραγματικά, πάντως, αληθώς. Συνήθης φράση: Η αγάπη είναι δύσκολη, κατέχω το αλαβάρι, στη ράχη σκώνει μιά ζωή ασήκωτο γομάρι

αλάισέ σε, ή αλάησί σου, ένοιασέ σε = έκφραση άρνησης, λάλιε, άστα. Έλα καημένη παράταμε αλάησί σου, μα δε το θέλω και να μου το χαρίζεις

αλάλητο (το) = κοπάδι που δεν οδηγείται από τον βοσκό

αλαξοβασιλίκια = αλλαγή εξουσίας

αλαξοδαχτυλίδια (τα) = αρραβωνιάσματα

αλαργαίρνω = απομακρύνομαι

αλαργηνός-η-ο (επιθ) = ο μακρινός

αλάργο, ή αλάργα = μακριά. Συνήθης φράση: Αλάργα αλάργα φύτευγε τα σκόρδα για να αερίζονται και να γενούνε πιά χοντρά, αλλιώς θα χολεργιάσουνε

αλαργοξωρίζω = στέλνω μακριά στην ξενιτειά κάποιο

αλαργοπά = κάπως μακριά. Συνήθης φράση: Πια αλαργοπά μνιά ολιά φύτευγε τσ’ αργουλίδους, για να μη σμίξουνε τα κλαδιά ντως άμα θα μεγαλώσουνε

αλατσερό (το) = δοχείο που φυλάσσεται το αλάτι. (Εκτός τη κλασική παλιά γυάλινη αλατιέρα με τις δύο θήκες, πολύ πιο παλιά είχαν τον κρεμαστό τσούκο (νεροκολόκυθο) ,σε μια πρόκα στο τζάκι, ο οποίος είχε μια τρύπα στο πλάι ίσα να μπαίνει μέσα το χέρι,  εκεί έβαζαν το κοπανισμένο στο χαβάνι αλάτι, ή αλεσμένο στον αλατσόμυλο. Τ ο αλάτι το αγόραζαν  τότε  χονδρό ή σε πέτρες και  αναγκαστικά το κοπάνιζαν)

αλατσίζω = βάζω αλάτι, αλατίζω. (Πολλές φορές λέγανε »θα σε λατσίσω εγώ» ή »θα σε κάνω τ’ αλατιού», εννοώντας θα σου τις βρέξω)

αλατσογύριστος -η-ο = ο πολύ δαρμένος. Συνήθης φράση: Μή πάς εσύ εκειά απου σου λέω και θα σε κάνω εγώ αλατσογύριστό

αλατσογύριστος-η-ο = ο ξυλοδαρμένος. Συνήθης φράση: Πήγαινε μάνι μάνι εκειά που σούπα γιατί αλλιώς α δε πάς θα σε κάμω αλατσογύριστο

αλατσολιές (οι) = παστές ελιές στο αλατόνερο. (Στη Κρήτη σπάνια έκαναν αλατσολιές, γιατί είχαν πληθώρα σταφιδολιές. Μόνο στη περίπτωση που οι σταφιδολιές ήταν λίγες συμπλήρωναν με κοινές  μαύρες ελιές, οι οποίες μέσα στο αλατόνερο ψηνόταν μαζί με τις σταφιδολιές )

αλατσόμυλος (ο) = ο πέτρινος χειρόμυλος που άλεθε το χονδρό αλάτι. (Ήταν δύο κυκλικές πέτρινες πλάκες εντελώς επίπεδες. Από το κέντρο που ήταν ο άξονας έμπαινε το χονδρό αλάτι και με ένα χερούλι που είχε η πάνω πλάκα περιστρεφόταν. Άπλωναν κάτω οι γυναίκες ένα σεντόνι ή ένα καθαρό πανί, έβαζαν απάνω το μύλο. καθόταν έχοντας το μύλο μπροστά στα πόδια τους και άλεθαν. Το κακό με τους αλατσόμυλους ήταν πως πολλές φορές άβγαζαν και μικρά πετραδάκια τα οποία πέρναγαν στο φαί)

αλέργο (το) = αυτό πού κινείται γρήγορα, το χαρούμενο, το γιορτινό

άλεσμα (το) = το σιτάρι πού καθαρίζεται και προορίζεται για το μύλο. Συνήθης φράση παροιμία: Όπου κι αν πάει τ ‘άλεσμα, ο μύλος θα τ’ αλέσει. (Εννοώντας πως κάποια πράγματα έχουν το δικό τους δρόμο από τη φύση τους)

αλέστα = στο πόδι, επίθεση, έφοδος

αλεστικά = η αμοιβή του μυλωνά για την άλεση. Συνήθης φράση: Εμπάστε σκύλοι αλέστε, κι αλεστικά μη δώσετε

αλετρόδεμα (το) = είδος κόμπου, ναυτικός κόμπος. (Το αλετρόδεμα ήταν πολύ χρήσιμος κόμπος στους αγρότες κλπ, γιατί το σχοινί όσο τράβαγες σφιγγόταν περισσότερο.  Γινόταν  κρατώντας το σχοινί με τα δύο χέρια και με αντίθετη κίνηση το έκαναν »πνιχτό», έτσι έδεναν το σχοινί στα σκαρβέλια του σαμαριού και στο  ξύλινο τζένιο κλπ)

αλετρουβάρης (ο) = ο εργάτης στις φάμπρικες, φαμπρικάρης

αληθοσύνη (η) = αλήθεια

αλιάδα (η) = σκορδαλιά

αλιαετός (ο) = γυπαετός

αλικοντίζω = παρακωλύω, παρεμποδίζω, βάζω δυσκολίες καθυστερώ το δούναι και λαβείν

αλιματσές (οι) = θάμνοι με έντονα κίτρινα λουλούδια την άνοιξη στις άκρες των δρόμων. (Παλιά με τα κλαριά αυτά έκαναν σκούπες, και ακόμα παλιότερα  έβαζαν τα κλαριά στα ποτάμια να σαπίσουν οι ιστοί και με τις ίνες που έμεναν έκαναν διάφορα υφάσματα παρόμοια με τα λινά)

αλισάχνη (η) = ψιλοκοπανισμένο αλάτι ή ζάχαρη, το αλάτι που σχηματίζεται σε φυσικές κοιλότητες στα βράχια, αλλά και η ζάχαρη σε μορφή σκόνης

αλισι βερίσι, αλλισφερίσι, αλληκυβερνίσι (το) = η συνδιαλλαγή, δοσοληψία, εμπορική συνεργασία, σχέση, πάρε δώσε, δούναι και λαβείν. Συνήθης φράση: Άλλη φορά δε ξανά θέλω ετσά αλλισφερίσι με τέθεια ράτσα αθρώπους

αλισφερίσι = ιδέ αλίσι βερίσι

αλιταγάδα, λιταγάδα (η) = Ο μοναδικός χώρος που δεν έχει χιόνι, ενώ όλη η άλλη περιοχή είναι χιονισμένη

άλλα μπλίρι, ή άλλα μπίρι = ποιος ξέρει. Συνήθης φράση: Άλλα μπίρι που θα τον ε παίψουνε το γιό μας φαντάρο

αλλαγωγή (η) = σωστή συμπεριφορά, ευπρέπεια σωστός χαραχτήρας

αλλαξά (η) = αλλαγή σε πλήρες ντύσιμο στα ρούχα

αλλαξοσουσουμιάζω = αλλάζω πρόσωπο, χαρακτηριστικά

αλλαξοστρατίζω = αλλάζω δρόμο. Μτφ. αλλάζω τις ιδέες μου

αλλάσω = γυρίζω πίσω, αλλάζω ρούχα

άλλη δροσά = άλλο τίποτα

άλλη μπάντα = πέρα μακριά. Συνήθης φράση: Πιάσε και πέτα το άλλη μπάντα μα δεν κάνει πράμα

αλληκυβερνήσι = (ιδέ αλίσι βερίσι)

αλληνομαχιά (η) = μάχη αλλήλων, τσακωμός, φιλονικία. Συνήθης φράση: Να βγάλετε το σκασμό μλιό, ηντά ναι ετηνά η αλληνομαχιά που σας ε κρατεί;

αλλησαντίστικα = θέση δύο ανθρώπων κατά την κατάκλιση, πού έχουν ο ένας το κεφάλι στα πόδια τού άλλου, και αντίθετα, κεφάλι πόδια – πόδια κεφάλι. (Επειδή κάποτε δεν υπήρχαν οι διαθέσιμοι χώροι για να μπουν πολλά κρεβάτια, μια και οι περισσότερες οικογένειες ήταν πολύτεκνες, αναγκαζόταν στο ίδιο κρεβάτι ή πάτωμα, να κοιμούνται πολλά παιδιά, και η λέξη »αλλησαντίτικα» ακουγόταν πολύ συχνά.)

αλλοτινός, αλλοτεσινός, αποτεσινός -η-ο = περασμένος, προχθεσινός. Συνήθης φράση: Αλλοτινές μου εποχές, θύμισες περασμένες

αλότες = τις προάλλες, προ καιρού. Συνήθης φράση: Επήγα αλότες να βρώ μουστερή για τη ματζέτα μα πράμα

αλουσά = Α, νερό βρασμένο με στάχτη, σταχτόνερο.. Β. Καυστική σόδα, ποτάσα

αλουσιδιάζω = κάνω τη λάτρα του σπιτιού με σταχτόνερο, εμβαπτίζω κάτι μέσα στην καυστική ποτάσα (κυρίως σταφύλια)

αμάθια (τα) = μάτια. Συνήθης φράση: Μη τον ε θωρείς ετσά, αυτός έχει κι απ το κώλο αμάθια!

αμαθιά, αματέ (η) = ματιά, σινιάλο με το μάτι

αμαθιές, ομαθιές, οματίες, αιματίες (οι) = έντερα χοίρου παραγεμισμένα με ρύζι και σταφίδες συκωτάκια κλπ. (Αγαπημένο είδος  γλυκού και αλμυρού συγχρόνως εδέσματος, που γινόταν και αυτό σαν έθιμο τα Χριστούγεννα με τα χοιροσφάγια)

αμάκα = ότι αποχτά κανείς χωρίς πληρωμή

αμάλαγος-η-ο = ο αγνός, άγγιχτος, ανόθευτος, ολόκληρος, ατόφιος, ακέραιος, απείραχτος, παρθένος

αμανάτι = κάτι που αφήνουμε σαν ενέχυρο, ή το ξεχάσαμε

αμανέτι (το) = το χρυσό δαχτυλίδι του γαμπρού, για σημάδι στη νύφη

αμάνι = έλεος

αμανίτης (ο) = το μανιτάρι. (Στη Κρήτη το πιο γνωστό και λιγότερο επικίνδυνο μανιτάρι, θεωρείται ο γλιτσίτης. Αυτούς ονόμαζαν «αμανίτες», τους ξέπλεναν καλά με νερό σαν σφουγγάρι και μετά τους αλάτιζαν τους αλεύρωναν και τους έκαναν ομελέτα στο τηγάνι)

αμάραντος = ελίχρυσος, είδος άγριου θάμνου με κίτρινα άνθη στο χρώμα του χρυσού τα οποία κι αν κοπούν μένουν όπως είναι. Εξαιρετικό βότανο σε αφέψημα με δεκάδες ωφέλιμες χρήσεις. (Ακόμα και σήμερα, τους χαμηλούς αυτούς θάμνους, όταν τους δουν ανθισμένους, πολλοί κόβουν τα άνθη και στολίζουν το σπίτι στα ανθοδοχεία)

αμάχη (η) = η έχθρα

άμβυκας (ο), καζάνι = το ρακοκάζανο

άμε = (μόριο παρακελευστικό εκ τού άγομεν) πήγαινε

αμέντες = έχω τσ’ αμέντες μου = νοιάζομαι, έχω το νου μου, προσέχω, φροντίζω

αμερινός (ο) = ο αυγερινός (Χανιά)

αμεταγιάερτος = ο άνευ επιστροφής

άμετε, ή αμέτε = πηγαίνετε

άμετρος-η-ο = αμέτρητος

αμιραλής (ο) = πλοηγός

αμιράς (ο) = ο αφέντης

αμμουδάρα (η) = μέρος γυμνό, χωρίς βλάστηση, το αμμώδες έδαφος

άμοιαστα (τα) = τα αταίριαστα

αμολαρητός -η-ο = αμολητός, ελεύθερος

αμολέρνω, μολέρνω = αφήνω, φεύγω, εμόλαρε = άφησε, έφυγε. Συνήθεις φράσεις: Εμόλαρέ ντα τα οζά και πιάσανε φύλλα φτερά (τα ελευθέρωσε). Ή: Εμόλαρε η γαϊδάρα και πάει αθό το κήπο του Κωσμά μονό αγλάκα (έλυσε και έφυγε)

αμονογιά = αλοίμονό σου. Συνήθης φράση: Αμονογιά κι ανε σε πιάσω μαύρο κακομοίρη (λέξη από τη κρητική αργκό)

αμοντέρνω, αμουντέρνω, μοντέρνω = ορμώ, χύνομαι, εφορμώ, επιτίθεμαι. Συνήθεις φράσεις: Εξετζένιωσε η αίγα και πήγε και μόνταρε στο σπαρμένο του Φλασκούρη. Ή: Επήγε να μιλήσει η κοτζάκαρη και εμόνταρέ τση ο άντρας τση από το λαιμό και ασπο λίγο να τη πνίξει

άμοχρος -η-ο = ωχρός, αδύνατος

αμπαθούλα (η) = πληγή κάτω στην πατούσα με πύον

αμπαθούλα (η) = φλεγμονή στο πέλμα με πύον

άμπακας, άμπακος (ο) = μεγάλη ποσότητα φαγητού ή ποτού, (αρχ. άβαξ = μια πλάκα από άμμο ή κερί πάνω στην οποία γινόταν υπολογισμοί μαθηματικοί. Αργότερα οι Λατίνοι ονόμασαν abacus το βιβλίο αριθμητικής. Με τον καιρό όμως πήρε την έννοια της μεγάλης ποσότητας. Συνήθης φράση: Ηφαε τελικά τον άμπακα εκειά που ‘λεγε πως δεν πεινούσε

αμπασιαδόρος = απεσταλμένος

αμπασκάλη (η) = η μασχάλη

αμπάσος -α-ο = βραδύς, οκνός, τεμπέλης, αργοκίνητος .Συνήθης φράση: Και ο γάιδαρος αμπάσος, γκάρισμα τρανό αρχινά και αντηχούνε τα βουνά

αμπαστάρδι, μπασταρδάκι (το) = το νόθο παιδί

αμπατάριστος -η-ο = άχρηστος, άνθρωπος ελεεινός. Συνήθης φράση: Κιαμέ έκειονά τον αμπατάριστο θα -ν έχω να μπαινοβγαίνει στο σπίτι μου;

αμπατονιάρω, μπατονιάρω, μπατονιέρνω = αφήνω, εγκαταλείπω τη δουλειά

αμπελική θητεία (η) = η εκπλήρωση κάποιας υπηρεσίας

αμπελικός (ο) = ο αγροφύλακας. (Κάθε χωριό είχε ένα αμπελικό (αγροφύλακα)  αλλά και παραπάνω ανάλογα. Ήταν γνώστης στις περιουσίες κάθε ενός και αυτές προστάτευε. Επίσης προστάτευε από κλεψιές, αδικίες, και στις ζημιές έκανε τις απαραίτητες εκτιμήσεις ή τις εισηγήσεις για δικαστικές επιλύσεις. Ήταν υπεύθυνος για την τάξη του χωριού και επιτηρούσε την νεολαία να μην ξεφεύγει από τις χριστιανικές αρχές, να μην ζαροπαίζει, να μην παίζει χαρτιά κλπ)

αμπελοχώραφο (το) = ένα χωράφι που έχουν διαλεχτεί εξονυχιστικά όλες οι μεγάλες και οι μικρές πέτρες. (Το κοινό χαρακτηριστικό που είχαν όλα τα αμπέλια ήταν που είχαν διαλεχτεί οι πέτρες σχολαστικά, μικρές και μεγάλες. Έτσι είχε επικρατήσει η ορολογία για ένα καλοδιαλεγμένο χωράφι, ότι είχε γίνει »αμπελοχώραφο», κι ας μην προοριζόταν για αμπέλι)

αμπέστι (τουρκ) = το πλύσιμο μετά την προσευχή

αμπίτις απήτσι = μόλις, μετά που, όπου

αμπλά (η) ή αμπλασού (τουρκ) = η αδερφή

αμπολιάζω = Α. εκλέγω, διαλέγω. Β. εμβολιάζω δένδρα. Συνήθης φράση: Ε μα πέ μου δα Μανωλιό, δέν έχεις κιά μια κοπελιά αμπολιασμένη επαέ στο χωργιό;

αμπολιάρης (ο) = εκλεκτός, αγαπητός ερωμένος

αμποσθιά, απιλωσθιά (η) = η σπρωξιά

αμπουζάζω, μπουζάζω = δένω χειροπόδαρα

αμπουλιά, ομπριά = ξαφνική απότομη βροχή

αμπούμπουρα, μπούμπουρα = μπρούμυτα

αμπούνια (η) = μανία, μνησικακία, έχθρα, κρυφό μίσος. Συνήθης φράση: Έχω του μιά -ν αμπούνια από ντα τότε σας που μού ‘κλεψε το οζό, μα σάικα δε θα μου τη γλυτώσει

αμπόχνω, μπόχνω = σπρώχνω. Συνήθης φράση: Καλιά να νοιώθεις παρά να ‘ μπόχνεις

αμπράτη, μπράτη (τα) = Α, χρειαζούμενα, Β, ανδρικά γεννητικά όργανα. Συνήθεις φράσεις: Ανεμάζωξε εδα όλα τα μπράτη, φοτρωσέ τα στο γάιδαρο και πάμε να μολάρομε. Ή: Μρε συ, ανοιχτά είναι σήμερο τα καφενεία; Κόμπγιασε κακομοίρη το πατελόνι σου για θα φανούν ε όπου να ‘ναι τα μπράτη σου!

αμπωσθιά, αμπωστέ (η) = σπρωξιά, ώθηση. Συνήθης φράση οι στίχοι γνωστού τραγουδιού: Καινούργια αγάπη και παλιά με βάλανε στη μέση. Δόσε καινούργια τση παλιάς μια αμποσθιά να πέσει

αναγελώ = κοροϊδεύω

αναγέρνω = ανασηκώνω, ανακατεύω

ανάγερτος -η-ο = ο αναποδογυρισμένος, ο ελαφρώς κεκλιμένος

αναγκάζομαι = υποχρεούμαι

αναγκασμένος -η-ο = θυμωμένος. Συνήθης φράση: Ε καημένε, καλιά μη του πείς πράμα εδα του κυρού σου, γιατί ‘ναι αναγκασμένος, μη τη πληρώσεις εσύ τη νύφη

ανάγκη (η) = αρρώστια. Συνήθης φράση: Ηντα να καμωμε, ήβρε μας στην ανάγκη μας ο γιατρός κι ήφαέ μας τη μισή περιουσία

αναγνώθω = διαβάζω

αναγυρεύω, ανεγυρεύω = προσπαθώ να βρω φροντίζω, ανακαλώ

αναγυρίζω = αλλάζω πορεία, αλλάζω θέμα συζήτησης, απορρίπτω τα συμφωνηθέντα. Συνήθης φράση: Αναγυρίζω το στενό και πάω απ άλλο δρόμο, κι αυτό κι αν είναι για να ιδώ τα δυό σου μάθια μόνο

αναγυριστά (τα) = τα λόγια για αλλαγή θέματος

αναδακρυώνω = δακρύζω, βουρκώνω. Συνήθης φράση: Κάθε που τύχει να σε ιδώ, πουλί τση γειτονιάς μου, αναδακρυώνω από χαρά στολίδι τση καρδιάς μου

αναδερός -η-ο, ή ανεδομένος = ο έχων υγρασία, ανεπαλιεμένος

ανάδια = ψηλό σημείο με καλή θέα πέρα μακριά

ανάδοση (η) = η υγρασία τού εδάφους

ανάδραμα, ανέδραμα (το) = Α. επιχείλιος έρπη Β. κάτι που  έκατσε στο λαιμό, έντομα. (Γενικά στη Μεσαρά λένε ανεδράματα όλα τα έντομα ή ερπετά που αν ακουμπήσουν στο δέρμα αφήνουν ερεθισμούς, όπως είναι οι αράχνες τα σαμιαμίδια κλπ. Το ίδιο λένε και τους ξηρούς καρπούς που μπορεί να κάτσουν στο λαιμό και να τον »ανεδράμει» με αποτέλεσμα τον βήχα και δυσκολία στην αναπνοή)

αναζένω = ξαναζεσταίνω, βράζω το γάλα για να φτιάξω τυρί

αναζευλίζω ή αναζευλώνω ή ζευλώνω = αναλυγίζω, λυγίζω

αναζητώ, ανελητώ = αποζητώ, αναζητώ κάτι χαμένο, ποθώ, νοσταλγώ, θυμούμαι

ανάθεγκάσε, ανάθερίσε, αναλεμάσε = παραποίηση της βρισιάς «ανάθεμά σε» για να ακουστεί πιο ήπια

αναθιβάνω, ή αναθιβάλω = επαναφέρω στη μνήμη μου, διηγούμαι τα περασμένα, θυμούμαι, αναφέρω

αναθροφάρια (τα) = νεογέννητα κυρίως ζώα για ανατροφή

αναθροφίκια = η διαδικασία και η περίοδος ανατροφής

ανάκαρα (η) = Α. δύναμη σωματική, Β. λαϊκό μουσικό όργανο

ανακατωσούρα, ανεκάτωση (η) = Α. φασαρία, σύγχυση Β. βάρος στο στομάχι, ναυτία, αναγούλα

ανακέρωση (η), ή ανεκέρωση = η τάση για εμετό, ναυτία

ανακρέμαση (η) = αναβροχιά

αναλαβαίνω, ή αναλαμπάνω = ανάπτω, καίγομαι

αναλαθιά (η) = αυτή που δεν έχει αλάτι, φράση χωρίς ουσία, ανοησία

αναλαμπή, αναλαμπίδα (η) = μικρή φωτιά, ελαφρύ και εύφλεκτο ξύλο για προσάναμμα φωτιάς

ανάλατος -η-ο = ο μή έχων αλάτι, ανούσιος , μτφ ο λέγων λόγια χωρίς οσία, ανούσιος

ανάλεμάτο = παραποίηση του »ανάθεμά το» για να μην ακούγεται σαν βρισιά

αναλιχίδα (η) = ίχνη λεκέ ανεπαίσθητοι σε λεία επιφάνεια κυρίως σε τζάμι

αναμειγή (η) = φασαρία

ανάμελος -η-ο = αδιάφορος, τεμπέλης

αναμερίζω, αναμεργιάζω = περνώ ανάμεσα

αναμεσάδα = στο ενδιάμεσο

αναμεταξύ μας = μεταξύ μας

αναμνιάζω = ενθυμούμαι, σκέπτομαι, φροντίζω

αναμουδρώνω = λερώνω

αναμουχίζω, ανεχουμίζω = ανακατώνω κάτι

αναμπουκώνομαι, ανεμπουκώνομαι = αναδιπλώνω, σηκώνω τα μανίκια, ανασκουμπώνομαι

αναμυγή (η) = το ανακάτωμα, ταραχή

αναντρανίζω, ή ανεντρανίζω = ζωηρεύω, εμψυχώνομαι, αναζωογονούμαι, αναβλέπω, αναθαρρύνω, σηκώνομαι και παίρνω κουράγιο, παίρνω δυνάμεις, δυναμώνω

αναντρανιστά = πάνω από τον άνδρα

αναντρανιστός = στητός, ολόρθος, ζωηρός, αεράτος

αναπαημένος -η-ο = ανενόχλητος, απείραχτος, ήσυχος

αναπεταρίζω = χτυπώ τα φτερά στη προσπάθεια να πετάξω

αναπιαστής (ο) = ο ευρισκόμενος στην αρχή της σταδιοδρομίας, ή της εργασίας του

ανάπλαγα (τα) = τα πέριξ, οι βουνοπλαγιές, το κατανές του βουνού. Συνήθης φράση: Ε κακορίζικο μα εφύγανε σου τα οζά και πιάσανα τ΄ανάπλαγα

ανάπλες (οι) = Α. κουβέρτες, κλινοσκεπάσματα Β. ειδικές λινάτσες για μάζεμα τον ελιών

ανάραχο (το) = η ιδιοσυγκρασία, ο χαραχτήρας, το ραχάτι, ριζικό, πεπρωμένο. Συνήθης φράση: έχω κακό ανάραχο = κακό ραχάτι

ανάρια – ανάρια = αραιά. Συνήθης φράση – παροιμία: Ανάρια ανάρια το φιλί, για να ‘χει νοστιμάδα

ανάριος -α-ο = αραιός. Συνήθης φράση: Ανάρια ανάρια το φιλί, για να ‘χει νοστιμάδα

αναρρίματα (τα) = οι κινήσεις, τα σχήματα του σώματος, παράστημα

αναρωτώ, αναρωτιέμαι = διερωτώμαι

ανασκαλεύγω = σκαλίζω, ψάχνω, ξεσκαλίζω

ανασκαλεύγω ή ανασκαλεύω = σκαλίζω βαθιά, σκάβω ψάχνω, ξεσκαλίζω

ανασούμπαλος, ατσούμπαλος, ανατσούμπαλος -η-ο = ο ακατάστατος, ο ανοργάνωτος , ιδιότροπος, άταχτος, ατημέλητος, κακοντυμένος, ούτε τρελός ούτε λογικός

αναστουλούχισμα (το) = το αναφιλητό, κλάμα σιγανό με διακοπές

αναστουλουχούμαι ή αναστουλουχώ = κλαίω σιγά ,με αναφιλητά και με διακοπές

ανατσουλώνω, ανετσουλώνω = συνέρχομαι από αρρώστια, αναρρώνω

αναφαγιά (η) = η ανορεξία

αναφουρμάζω = χλιμιντρίζω

αναχαιντρώνω = ανατριχιάζω

αναχανιούμαι, ανεχανιούμαι = λαχανιάζω

αναχαράσσω = Α. αναμασώ, μηρυκάζω. ξανατρώγω μασημένο φαΐ, επαναλαμβάνω τα ίδια και τα ίδια Β. δεν κόβω, συνήθης φράση: το μαχαίρι αναχαράσσει = δέν κόβει, θέλει ακόνισμα. Συνήθης φράση: Ο γέρος δεν έχει αντόδια να μασεί, μα σκιάς αναχαράσει (αναμασεί). (Επίσης εκτός το μαχαίρι που τρίφτηκε κάπου και μετά »αναχαράσσει» είναι και το ψαλίδι, τα οποία φυσικά θέλουν ακόνισμα)

αναχούρδα, ή χούρδα (η) = ξεμαλλιασμένη, χούρδα όρθα = κότα με φουσκωτά άταχτα φτερά. Συνήθης φράση: Πώς ήκαμες ετσά ανάχουρδα τα μαλλιά σου σα τση χούρδας όρνιθας;

αναψηφίδι (το) = αυτό πού έχει περάσει στο περιθώριο, δεν το υποστηρίζει κανείς

αναψηφώ ή ανεψηφώ = αυτόν που δεν παραδέχομαι την αξία του, δεν τον υποστηρίζω. Συνήθης φράση: Μάθε παιδί μου γράμματα, α θές να σ’ ανεψηφά η κοινωνία, αλλιώς θα πομείνεις ζωντόβουιδο

ανδραγαθία, αδραγαθία = πολεμικό κατόρθωμα

ανδροκαλώ, αντροκαλώ = προκαλώ κάποιον σε αναμέτρηση

ανδροπατώ, αντροπατώ = μπαίνω στην εφηβική ηλικία

ανεβάρετος (ο) = αυτός πού δεν βαριέται ποτέ, ο ακούραστος, αεικίνητος. Συνήθης φράση: Μάνα μου μάνα μου ανεβάρετος άθρωπος  ο άντρας σου, την υγειά του να ‘χει δε σταματά λεφτό

ανεβάσταξη (η) = η υποστήριξη. Συνήθης μια παροιμιώδης φράση: Και του μποντικού το κατρουλιό είναι ανεβάσταξη στο ποταμό. (Το λένε ειρωνικά για αυτούς που νομίζουν ότι κάτι κάνουν)

ανεβαστώ = υποστηρίζω, υποβαστάζω στο φόρτωμα κυρίως των υποζυγίων. Συνήθης φράση: Ανεβάστα επαέ το τσουβάλι στο σωμάρι του γαιδάρου να μη ξεσελίσει, ισα με να φορτώσω και το άλλο απ την άλλη μπάντα

ανεβγιάζει = φεύγει η συννεφιά και έρχεται καλοκαιρία

ανεβόλεμα (το) = ο ανήφορος

ανεβόλι (το) = το μαξιλάρι του νεκρού

ανεβολιάζω = σβαρνίζω

ανέβουλα, ανεβουλής = άθελα

ανεγκάζομαι = θυμώνω, νευριάζω, αγριεύω

ανέγκαση (η) = θυμός

ανέγκαση (η) = θυμός, μανία

ανέγνοιος, αξέγνοιος, ξέγνοιος -α-ο = ξέγνοιαστος

ανέγνωρος-η-ο = αγνώριστος, αχάριστος

ανεγυρίζω = απορρίπτω τα συμφωνηθέντα

ανέγυρος (ο), ανεγυρίδα, ανεκουλουρίδα, αποκουλουρίδα (η) = μεγάλος κύκλος, η πιο μακρινή διαδρομή, λοξοδρόμισμα από την ευθεία, (το αντιθ. κονταρίδα = σύντομη διαδρομή)

ανεδιάδα (η) = σημείο με καλή θέα

ανεδιάζω, νεδιάζω = εμφανίζομαι, προβάλλω, αντικρίζω κάτι που πριν δεν έβλεπε

ανεδράματα (τα) = Α. έρπητες.  Β. όλα τα ερπετά, αράχνες, σαμιαμίδια κλπ, πού όταν περάσουν πάνω από το δέρμα αφήνουν ερεθισμούς

ανέδραμε (με) = με πνίγει στην κατάποση το σάλιο, νερό, ή άλλο υγρό

ανεζητώ = λαχταρώ, επιθυμώ. Συνήθης φράση: Ανεζήτιξάτα μωρέ εκειανά τα βρουβάσταχα (τα λαχτάρισα)

ανεθρέφω, νεθρέφω = ανατρέφω

ανεκαμπανίζω = με το χέρι υπολογίζω το βάρος

ανεκατερά (τα) = λόγια, συκοφαντίες

ανεκατερά (τα) = τα ανακατεμένα, αλλά και οι διαβολές, τα λόγια, οι συκοφαντίες

ανεκατερός (ο) = ανάμεικτος

ανεκατωσούδια, ανεκατωσίδια (τα) = λόγια, συκοφαντίες

ανεκερώνομαι = ανακατεύομαι, νοιώθω ναυτία

ανέκοπα = χωρίς κόπο

ανεκουλουρίδα, αποκουλουρίδα, ανεγυρίδα (η), ανέγυρος (ο) = μεγάλος κύκλος, η πιο μακρινή διαδρομή, λοξοδρόμισμα από την ευθεία, (το αντιθ. κονταρίδα = σύντομη διαδρομή)

ανεκούρκουβα, ανεκούρκουδα, κουκουβιστά (επιρ) = γονατιστά, ή καθιστά στα πόδια χωρίς να ακουμπούν τα γόνατα κάτω

ανεκυλίσω = αρρωσταίνω πάλι μετά από ανάρρωση, κάνω κύκλους, ξανά επανέρχομαι, ξανά κυριεύω

ανελέσω, ή νελέσω = μαζεύω το σχοινί

ανελώματα (τα) = μαλώματα, καυγάδες, ξεσηκωμοί

ανελώνω, ή νελώνω = ξεσηκώνω, παρενοχλώ

ανεμάζωμα (το), μάζωξη (η) = συγκέντρωση, πλήθος

ανεμαζώνομαι = μαζεύομαι στο σπίτι απ έξω, ησυχάζω ηρεμώ

ανεμαζώνω = μαζεύω ότι βρω, συγυρίζω, βάζω σε τάξη

ανεμαζωξάρης (ο) (θυλ η ανεμαζωξαριά) = ο ερχόμενος-η από άλλο μέρος, αυτός -η που περιμαζεύτηκε, γαμπρός η νύφη που έχουν έρθει από άλλο τόπο

ανεμαλλιάρης (ο) = αναμαλλιασμένος

ανεμασουλίδες (οι) = αναμασημένο φαΐ

ανεματσώνω = σηκώνω το χέρι μου να χτυπήσω κάποιον, απειλώ κάποιον

ανέμελος -η-ο = αμελής

ανεμίζω, ανεμίζομαι = μυρίζομαι προαισθάνομαι, ανεμίζομαι, οσμίζομαι, ψυχανεμίζομαι

ανεμικά (τα) = αερικά, κακά πνεύματα

ανεμοκύλι (το) = ανεμοστρόβιλος

ανεμόλογα (τα) = ανοησίες, βλακείες

ανεμόλογα (τα) = λόγια του ανέμου, βλακείες

ανεμομαζώματα (τα) = τα κλεψιμαίικα, τα αποκτηθέντα όχι με τίμιο τρόπο. Συνήθης φράση  παροιμία: Ανεμομαζώματα διαβολοσκορπίσματα

ανεμομαζώματα (τα) = τα μαζεμένα από ανέμου, τα κλεμμένα

ανεμοπαίγνιδο (το) = το κορόιδο

ανεμοπαίζω = κοροϊδεύω, εμπαίζω

ανεμοτσάπουρο (το) = ανεμοθύελλα

ανεμουδρώνω -ομαι = λερώνω, μολύνω

ανεμούρα, ανεμοδούρα (η) = μέρος που το δέρνει ο παγωμένος αέρας

ανεμόχολος (ο) = ανεμοστρόβιλος, στροβιλώδης άνεμος

ανεμπουκιάζω = κάνω μορφασμούς με το στόμα

ανεμπουμπούλα, αναμπουμπούλα (η) = στη μέση τού πολέμου, στο φόρτε της δουλειάς

ανεμπούμπουλος -η-ο = ασουλούπωτος

ανέν = εάν, αν είναι

ανεξερνώ = κάνω εμετό

ανεπαταχνιά (η) = η απόλυτη σιωπή να μην ακούγεται καν η αναπνοή

ανεπιάζω ή ανεπιάνω = ξεκινάω ένα είδος φυτού ή ζώου, για να τα πολλαπλασιάσω και να κάνω την δική μου παραγωγή

ανεποδαριά (η) = η κλωτσιά

ανέραμαι = αγαπώ εκ νέου

ανεραμός = αγαπητική διάθεση (από το έρως)

ανεργιάζομαι, ανεργιάζω, ανεδιάζομαι = αντιλαμβάνομαι, παίρνω είδηση και εφορμώ. (Στην αγροτική παραγωγή πολλά άγρια ζώα και πουλιά καταστρέφουν τη σοδειά μόλις την αντιληφτούν), Συνήθεις φράσεις: Ανεργιαστήκανε οι κοράκοι τσι καρπούζες και δεν αφήκανε όξω τα καυκιά (άδεια κουφάρια). Ή: Ανεργιατήκανε οι κοράκοι το ψοφίμι και πέσανε ούλοι απάνω

ανερωτούμαι = αναρτιέμαι, ρωτάω τον εαυτό μου, διερωτώμαι

ανεστορούμαι = ενθυμούμαι, έρχεται στο μυαλό μου

ανετσουτσουλώνω = μεγαλώνω μικρό παιδί ή ζώο, αναθρέφω

ανεφαλιά (η) = συννεφιά

ανεφοράδα (η) = ο χρόνος ανάμεσα σε δύο βροχές, το προσωρινό σταμάτημα της βροχής το χειμώνα

ανεχουμίζω = ανακατεύω το χουμά (ορός του γάλακτος), ανακατεύω, ανακατεύω χώματα, προκαλώ αταξία

ανεχοχλακά = κοχλάζει

ανεψηφισμένος -η-ο = αυτός που δεν τον υπολογίζουν πια

ανεψηφώ = αναγνωρίζω, τιμώ, υποστηρίζω

ανημένω = περιμένω

ανήμερος -η-ο (το) = αμέρωτος, δεν είναι ήμερος

ανήπλυτος (ο) = ο άπλυτος, αυτός που σηκώθηκε και δεν πήγε να πλυθεί

ανηφοράς (ο) = ο φεγγίτης οροφής. μικρός φωταγωγός οροφής. Μια τρύπα στην οροφή, τετράγωνη ή στρογγυλή, που έχει τη δυνατότητα να μπαίνει φως και φρέσκος αέρας από την ταράτσα, αλλά και να κατεβάζουν από κει τα άχυρα. Συνήθως ο φωταγωγός αυτός έμπαινε σε δωμάτια που δεν είχαν παράθυρα

ανήψητος -η-ο = άψητος, ωμός, μισοψημένος

ανθρακόβολη (η) = στάχτη με αναμμένα κάρβουνα

ανοιγοχάρτισα (η) = χαρτομάντισσα, εκείνη πού ρίχνει τα χαρτιά για να πει το μέλλον

ανοιχροκουταλάτος (ο) = ο έχων πλατιές ωμοπλάτες

ανουκατίζω, καπλαντίζω = ανακατώνω, αναποδογυρίζω, γέρνω στο πλάι. Συνήθης φράση: ενουκάντισε ή εκαπλάντισε το γαιδούρι, και διπλάρανε τα σακκιά και πέσανε κάτω

αντάμι = μαζί

αντέτι (το) = το έθιμο, συνήθειο

αντζέπας μου, αντζέπης μου ή ζάβαλε = άραγε, δεν το πολύ πιστεύω

αντζιγκνίδα, τσιγκνίδα (η) = τσουκνίδα

αντιγιαγέρνω = επιστρέφω πίσω αυτό που μου έδωσαν

αντιδέρνω = περνώ απέναντι. Συνήθη φράση: Είπα να ντιντήρω στο βουνό να μεταδέσω τσι αίγες

αντίδικος (ο) = άτακτος, δύστροπος

αντίκαιρου = την μεθεπόμενη χρονιά. Συνήθης φράση: Δόμου εδά το χωράφι και αντίκαιρου που θα χω καλή βεντέμα στο λάδι θα σε ξεπλερώσω

αντικρίζω = αντιμετωπίζω. Συνήθης φράση: Μέ ήντα μάθια θα τον αντικρίσω…

αντικριστός -η-ο = το κρέας που είναι ψημένο σε όρθια θέση απέναντι από τη φωτιά. Ο χορός ο αντικριστός που χορεύει ο ένας απέναντι στον άλλο

αντίκρυ = απέναντι στη θέα, απέναντι σε μια κατάσταση

αντιλαψίδες (οι) = αντανακλάσεις φωτός πού ενοχλούν τα μάτια, αντανακλάσεις, ανταύγειες, μικρές αναλαμπές. Συνήθεις φράσεις: Ηντά ‘ναι κοντό εκεισές οι αντιλαψίδες στη θάλασσα; Λες και είναι πρόβατα!

αντιλαψίζω = αντικαθρεπτίζω, αντανακλώ. Συνήθης φράση: Δέ μπορώ να ιδώ αλάργο καημένε γιατί αντιλαψίζει ο ήλιος και με στραβώνει

αντιλέγομαι = αντιμιλώ

αντιμπάτι = αντίσταση, συνήθης φράση: κρατώ αντιμπάτι = κρατάω αντίσταση με χέρια και πόδια

αντιντήρω, ή ντιντήρω, (από το αντιδέρνω) = περνώ απέναντι. Συνήθης φράση: Να πάρω θέλω το καλάθι να πάω να ντιντήρω εκειά ‘οπέρα να βρω καμπόσους χοχλιούς

αντιπόδι = έρχεται από πίσω, προχωρά από δίπλα. Συνήθης φράση: Ένας σκύλος με πήρε από πίσω στο χωράφι και μου κλούθα αντιπόδι ίσαμε επαέ

αντίρητα, αναντίρητα = άφοβα

αντιρούμαι = φοβάμαι να κάνω κάτι, διστάζω

αντίς = εάν, πχ. αντίς και έρθεις (εάν έρθεις)

αντισκάρι (το) = αντίσταση, υπομόχλιο, μποντέλο αλλά και εμπόδιο.  Συνήθης φράση: Επλακώσανε δυο τρείς Τούρκοι, μα ο παππάς ήβαλε το μπέτη του αντισκάρι και δεν αφήκε κιανένα να μπει μέσα στην εκκλησία

αντιστοιβάσσω = αντιχτυπώ, σείομαι τραντάζομαι δυνατά, ανεβοκατεβαίνω, δονούμαι. Συνήθης φράση: Ηπεσε μου το δοκάρι απ’ τα χέρια και αντιστοιβάσσει χάμε και μου χτυπά η άκρα του στο κούτελο

αντιφεγγίδα (η) = λάμψη, αναλαμπή

αντόδια (τα) ή αδόδια = Α. τα δόντια. Β. Γρανάζια τροχαλίας

αντρειγιά (η) = ανδρεία

αντρίστικος (ο) = αντρίκειος αντρικός

αντρογυναίκα (η) = ψηλή, δυνατή, άξια γυναίκα

αντροκαλώ = ιδέ ανδροκαλώ

αντωναίδα, αντωνανίδα = χαμηλός θαμνίσκος, βότανο με πολλές χρήσιμες ιδιότητες (Από τα πιο σπουδαία βότανα της Κρήτης που όλοι οι παλιοί γνώριζαν την αξία του, καθώς και οι Γερμανοί στον πόλεμο που τα έστελναν καραβιές στην πατρίδα τους και παρ ‘ολίγο να τα ξεπαστρέψουν. Είναι πολλά τα καλά που προσφέρει στον οργανισμό του ανθρώπου σαν αφέψημα)

ανυφαντού = A. αυτή πού υφαίνει, υφάντρια Β. είδος αράχνης

ανώγειο (το) = σπίτι με ισόγειο και όροφο

ανωκατίζω = κάνω άνω κάτω

ανωμερίτης (ο) = ο βουνίσιος, από ψηλά ορεινά χωριά

αξά σου, ξά σου = όπως θες

αξάι (το) = αμοιβή μυλωνά για άλεσμα στο μύλο ή ελαιοτριβείο

αξαμάρι, ξαμάρι (το) = δείγμα να είναι ίδιο

αξαμώνω = στοχεύω

αξανάκολα, αξανάστροφα = ξανάστροφα

αξάνεμο (το) = μέρος που το δέρνουν όλοι οι καιροί

αξαργιτού ή αξαργότου ή ξαργότου ή ξαργιτού = επίτηδες

αξαρτάρικος -η-ο = ειδικός

αξαρτάρικος, ξαρτάρικος, αργουτάρικος -η-ο = ο ειδικά φτιαγμένος για την περίσταση

αξέγνοιος, ξέγνοιος, ανέγνοιος -α-ο = ξέγνοιαστος

αξεκαθάριστα (α) = αδιευκρίνιστα. Συνήθης φράση: Άστα μπάρμπα τα πράματα αξεκαθάριστα

αξεκούραστος -η-ο = ξεκούραστος

αξεμούριστος ή ξεμούριστος -η-ο = ξεδιάντροπος, ξετσίπωτος, χυδαίος

αξεστούμπωτος -η-ο, ή ξεστούμπωτος -η-ο = χωρίς πώμα

αξετσούπωτος -η-ο = ο ξετσίπωτος, ξεδιάντροπος

αξομονή (η) = διαμονή, διανυκτέρευση

αοπά ή αοπαέ = από εδώ

αόρι (το) = το όρος, το βουνό

απάκι (το), (πλυθ τα απάκια) = χοιρινές καπνιστές μπριζόλες, καπνιστό χοιρινό κρέας κομμένο σε στενόμακρες λουρίδες (Τα απάκια στη Μεσαρά τα κρεμούσαν στα τέλια που ήταν μέσα στο τζάκι (παρασθιά), όπως και τα χοιρινά λουκάνικα και τα κόκαλα ρου χοίρου. Αφού τα κρεμούσαν μετά τα χοιροσφάγια, τα έκαιγαν με φασκομηλιές από κάτω για να πάρουν ωραία μυρωδάτη γεύση)

απακιάζω, καπακιάζω = μαυρίζω στο ξύλο

απάλαι, απάλιο (το) = η πάλη. Συνήθης φράση: Εγώ δε τον ε φοβούμαι μηδε στο τρέξιμο μουδε στο απάλαι, παντού τον ε νικώ το ξάδερφό μου

απαλετικά (τα) = συνήθως βότανα όπως φύλλα δακοντιάς που τα λάδωναν και τα έβαζαν το λαιμό. (Στη Μεσαρά τα πιο γνωστά απαλαιτικά ήταν τα πλατιά φύλλα της ασκοτιζάρας, τα οποία τα ζέσταιναν στο λύχνο, τα λάδωναν από πάνω και τα έβαζαν στο λαιμό του παιδιού πού είχε πονόλαιμο. Επίσης ήταν και τα πλαισερά. αυτά ήταν κομμάτια λίπους γουρουνιού που έβαζαν στη πλάτη, ή όπου πονούσαν. Τα έτριβαν στη πλάτη και μετά ζέσταιναν μια αποξηραμένη προβιά κουνελιού και την έβαζαν ζεσταμένη στη πλάτη από μέσα από το ποκάμισο)

απαλεύγω = παλεύω

απαλλαγιάζω ή παλλαγιάζω = επιτίθεμαι απότομα, αφαρπάζω, εφορμώ

απαλοιφές (οι) = πασαλείμματα, σημάδια από βρομιές, συνήθως σε τζάμια. Συνήθεις φράσεις. Μή φυσάς απάνω στα τζάμια για θα τα γεμίσεις απαλοιφές

απανοβάνω = διαβάλλω, συκοφαντώ, βάζω λόγια

απαντέχω = ελπίζω προσδοκώ, περιμένω

απαντοχή (η) = ελπίδα, προσδοκία, αποκούμπι

απανωθιό = πάνω

απανωμέρι = από ορεινό χωριό ή μέρος

απανωμερίτης (ο) = αυτός που είναι από ορεινό χωρίο

απανωπρούκια (τα) = προίκα πέρα από αυτή πού έχει συμφωνηθεί, συμπληρωματική προίκα, επιπρόσθετη προίκα

απανωτρούλι (επιρ) = μέχρι απάνω, γεμάτο μέχρι πάνω

απαρθινός -η-ο = αληθινός (λέξη από τον Ερωτόκριτο)

απαρνούμαι = εγκαταλείπω

απατός -η-ο = ο εαυτός.

απέκει = και ύστερα, και μετά, και από κει. Συνήθης φράση: Άμα θές να πάς άμε, κι απέκει ήντα με νοιάζει μένα

απηλογούμαι = αποκρίνομαι, απαντώ

απίδι (το) = αχλάδι

απιδιά (η) = αχλαδιά

απιθώνω = αφήνω, τοποθετώ

απίκως (επιρ) = παρών στην ώρα, τυπικός, συνεπής

απίκως = παρών στην ώρα του. Συνήθης φράση: Εγώ με το που με ειδοποιήσανε ήμουν εκεί απίκως

απιλλογιάζω-γούμαι = αποκρίνομαι, απαντώ

απιλώθω, πιλώθω, μπόχνω = σπρώχνω

απιλωσθιά, αμποσθιά (η) = η σπρωξιά. Συνήθης φράση: Καινούργια αγάπη και παλιά, με βάλανε στη μέση, δώσε καινούργια Τσι παλιάς, μιαν αμποσθιά να πέσει!

άπλανος-η-ο = ανόητος

απλωτός (ο) = Α, η απλώστρα του σπιτιού. Β. Χώρος απλώματος σταφίδας, οψιγιάς

αποβγάλω, ποβγάλω, ποβγάνω = Α. κατευοδώνω τον επισκέπτη, ξεπροβοδίζω, Β. διώχνω κακήν κακώς

αποβολή (η) = Α. ίχνος πέλματος, ανθρώπου ή ζώου. Β. γέννηση νεκρού νεογέννητου

αποβοσκιστή, ή παραβολιστή, ανεφουσκιστή, ανεβοσκιστή, απμποσκιά, αποποσκιά = δυνατός τρόπος πετάγματος πέτρας με τεντωμένο χέρι και διαγράφει τόξο από την ανάταση και καταλήγει στο ύψος τού κορμιού. (Ο τρόπος αυτός πετάγματος συνηθίζεται από τούς βοσκούς και γενικά σε όσους βόσκουν πρόβατα γιατί χρησιμοποιούν τις πλακουτσές πέτρες να πετιούνται μακριά)

απογαλανισμένος -η-ο = κάτωχρος. Συνήθης φράση: Ε το κακομοίρη εκατόνεφτά χρονώ ήτονε και τα πήγαινε μια χαρά, μα με το νταμπλά που τον ήβρικε τελευταία ήθεκέ ντονε και επογαλάνισε ο μαύρο κακομοίρης

απογδυσούδια, απογδύσα (τα) = αποφόρια, ρούχα που τα φορούσαν πρώτα άλλοι, μεταχειρισμένα

απογέρνω, πογέρνω, ποκολεύγω = απομακρύνομαι, φεύγω μακριά. Μτφ. αποδυναμώνομαι, φεύγω από αυτή τη ζωή. Συνήθεις φράσεις: Αγλάκα να πας να του πάς τη βούγια που ξέχασε γιατί επόγειρε αυτός (απομακρύνθηκε). Ή: Πάει ο μακαρίτης ο καπετάνιος, αυτός επόγειρε εδά και τρία χρόνια (πέθανε)

αποδαριά (η) = το μπαντζάκι

αποδαριά = το τελείωμα του παντελονιού

αποδαύλι (το) = ένα κομμάτι ξύλο

αποδεινάζομαι = δέχομαι κάτι με στεναχώρια

αποδεκεί = από κει

αποδέλοιπος -η-ο = ο υπόλοιπος

αποδεπά = από εδώ

αποδέχομαι, ποδέχομαι = υποδέχομαι

αποδιαλέγουρα ή αποδιαλέουρα (τα) = τα υπολείμματα από τα διαλεγμένα, η σκαρταδούρα, άχρηστα, απομεινάρια, υπολείμματα

αποδιαφώτιστα, αποδιάφωτα, αποδιαφωτίσματα, ποδιαφωτίσματα = ξημερώματα, πρωί πριν βγει ο ήλιος

αποδίδω, ποδίδω, κακοποδίδω = καταντώ

αποδομός, ποδομός, (α)ποδομή = κατάντια, κακή κατάληξη

αποδώματα (τα) = κατάντιες , κακές επιπτώσεις

αποζούρι ή αποζούζουρο (το) = απολειφάδι, καχεκτικό, υποανάπτυκτο, κακοτερένιο, αδύναμο, κακοκαμωμένο, μαρατζασμένο

αποζυγώνω ή ζυγώνω = τρέχω από πίσω

απόης, απής, απήτης = ύστερα, μετά που

απόθεκα = τοποθέτησα, αναπόθεσα

απόι ή απόγι (το) = πρωινό ή βραδινό ψύχος, η πρωινή δροσιά, υγρασία, πρωινή δροσούλα, το απόγειο αεράκι. Συνήθης φράση: Έλα μέσα γιατί ήβγαλε απόι (Τα καλοκαίρια στη μαγευτική Κρήτη εξίσου μαγευτικό είναι και το βραδινό ή νυχτερινό »απόγειο αεράκι» είναι δροσερό και χαϊδεύει απαλά το δέρμα προκαλώντας ένα ευχάριστο συναίσθημα)

αποκαθαρίδια (τα) = τα άχρηστα από το καθάρισμα χόρτων, λαχανικών, πατατών,  φρούτων κλπ

αποκαίομαι = καίγομαι τελείως

αποκαμαρώνω = θαυμάζω υπερβολικά

απόκαμε, επόκαμε = ετέλειωσε

αποκάνω = Α. τελειώνω μια δουλειά, φέρω σε πέρας μια εργασία. Β αποκάμνω, δεν αντέχω άλλο

αποκαρώνω = Α. τα κακαρώνω. Β. με παίρνει ο ύπνος εκεί που κάθομαι και κλείνω τα μάτια λόγω νύστας. Συνήθης φράση: Είδες η μάνα σου? Επολυκουράστηκε όλη μέρα και ισα με να φάει δεν ε πρόλαβε να χωνέψει και εποκάρωσε κι όλας εκειά που κάθεται (εκοιμήθηκε στη καρέκλα)

αποκατασταλάσσω = καταλήγω κάπου, αποκρυσταλώνω γνώμη, καθιζένω στον πάτο. Συνήθεις φράσεις: Τελικά το καλοσκέφτηκα και έχω αποκατασταλάξει τση γνώμης, πως τελικά δε μου κάνει το χωράφι. Ή: Βάλε το θολό κρασί μέσα σε ένα γυάλινο μπουκάλι και άσε το να αποκατασταλάξει μιά ολιά και να πάνε τα κατακάθια στο πάτο

αποκαταστεμένος -η-ο = ταχτοποιημένος-η-ο οικονομικά

απόκειας, απέκις, απόις, απήτις, απίς, απές = μετά, έπειτα

αποκλαμός (ο) = το παρακλάδι του βλαστού, παραφυάδα, ρίζα του κορμού. Συνήθης φράση: Επήγανε ούλα τα λεφτά του αμπελιού τσι αποκλαμούς και σταφύλια δροσά

αποκλείω = πολιορκώ. Συνήθης φράση: Και ετοτεσάς οι Τούρκοι αποκλείσανε την πόλη

αποκλέω = σταματώ να κλαίω. Συνήθης φράση: Επέρασε ένας χρόνος κι ακόμα να τονε αποκλάψει το μακαρίτη

αποκόβγω, ποκόβγω, αποκόφτω = Α. σταματώ το γάλα στα νεογέννητα, σακάζω. Β. καθορίζω την τιμή αγοράς, για να πουλήσω ζώα η κτήματα

αποκολεύγω, αποκολεύω, πογέρνω = ιδέ αποκολώνω

αποκολώνω ή πογέρνω = απομακρύνομαι πολύ, φεύγω μακριά, φαλαγκώνω, χάνομαι από το μάτι του παρατηρητή, αλλά και υποχωρώ. Συνήθεις φράσεις: Εδα τον είδα και αποκολεύγει πίσω απο το βουνό. ‘Η: Πάμε να κάνουμε καντάδα στη κοπελιά μου? Νά του που θα αποκολώσει (κολώσει)

αποκορφής (επιρ) = σκεπασμένος από τα πόδια μέχρι το κεφάλι. Συνήθης φράση: Μη σκεπάζεσαι αποκορφής γιατί θα κρουφτείς ( δεν θα μπορείς να πάρεις αναπνοή)

αποκοτιά (η) = τόλμη

αποκοτώ = τολμώ

αποκουντουρίζω = Α. παρακάμπτω την ευθεία. Β. δείχνω το παράπονό μου με το να κάτσω σε μια γωνιά αμίλητος. Συνήθης φράση: Εποκουντούρωσε το κοπέλι και δεν έρχεται εδα να φάει

αποκουντουρισμένος -η-ο = ο παραπονιάρης, αυτός που δείχνει ότι πειράχτηκε

απόκουρφα, απόχωστα = κρυφά μέρη

αποκρατώ = Α. έχω καταγωγή, προέρχομαι  Β. κρατώ συρμαγιά, έχω καβάντζα, κρατάω περιουσία ή χρήματα για μένα

αποκρεμούμαι = σηκώνω το σώμα τα χέρια να φτάσω κάτι. (γ πρόσωπο, αποκρεμιέται το ζώο) = σηκώνει το κεφάλι, ή στα πόδια με σκοπό να φάει κάτι

αποκρίνομαι, αποκρούμαι = απαντώ

αποκρισάρος (ο) = ο απεσταλμένος για συνομιλίες, ο μαντατοφόρος (Λέξη από τον Ερωτόκριτο)

απόκριση (η) = η απάντηση

αποκρούμαι = αποκρίνομαι ,απαντώ

αποκρυγαίνω = κρυώνω, με πιάνει κρύο. Συνήθης φράση: Άμα καίει το φαί άστο μια ολιά ώρα να αποκρυγιάνει

αποκρυγιώνω = τρώγω για τελευταία μέρα κρέας πριν τις αποκριές

αποκτιά (η) = τόλμη

απόκωλα = σεμνά, κάθομαι με τρόπο να μη βλέπει κανείς τα απόκρυφα. Συνήθης φράση παροιμία: Κάτσε κυρά μου απόκωλα, σα θέλω εγώ θορώ σε. (Στη Μεσαρά ήταν πάντα προσβολή μια λάθος στάση της γυναίκας, προσβολή και για τους δύο, και αυτός που βλέπει το θέαμα αλλά και για τη γυναίκα που…»βγάζει φωτογραφίες»)

αποκώλι (το) = το τελείωμα του σαλιγκαριού. (Επειδή θεωρείται ότι στο αποκώλι κατακρατούνται μέρος από τα περιττώματα του σαλιγκαριού συνήθως αφαιρείται πριν φαγωθεί)

απολαργάρω, λαργάρω = απομακρύνομαι

απολειμάροι (οι) = αυτοί που απολείπουν, οι απόγονοι, οι πεθαμένοι, συνήθης φράση: »διάλε τσ απολειμάρους σου»

απολείτουργα, απολειτούργητα (τα) = μετά την Θεία Λειτουργία

απολειφάδι (το) = υπόλοιπο  σαπουνιού, αποσάπουνο, μτφ το υποανάπτυκτο, κατσιασμένο

απολυταρώ ή απολυταρίχνω = πετάω με μίσος κάτι μακριά, εκσφενδονίζω

απομάκρεμα (το) = προσθήκη για να μακρύνει το ρούχο

απομεινάρης, απομονάρης, απομονάρος (ο) = αυτός που έχει μείνει μόνος

απομεσοθιός = ανάμεσα

απομεσόρουχα (τα) = εσώρουχα

απομίσεμα (το) = ο μισεμός

απομονάρικα, απομεινάρικα, απομονάρια (τα) = τα υπόλοιπα που έχουν μείνει

απομονή (η) = υπομονή. Συνήθης φράση: Απομονή τσ’απομονής κάνω να σε ιδώ άθρωπο

απομουντώνει = αποσκοτεινιάζει

απομουντώνω = σκοτεινιάζω

απομουρίζω = επιπλήττω με άσχημο τρόπο

απομούχλασμα (το) = πριν το σούρουπο, πριν ξημερώσει

απομπλεμένος -η-ο = αυτός που έχει απεμπλεχτεί από το σωστό, αυτός που έχει ξεφύγει από το χρήσιμο και το αυτονόητο, εκείνος που είναι αμαθής και το μυαλό του είναι μια άγραφη πλάκα..( Η λέξη πάει μαζί το στραβός. Στραβός κι απομπλεμένος = αυτός που έμεινε στη ζωή του ένα κούτσουρο απελέκητο, ένας καθυστερημένος στο μυαλό). Συνήθης φράση: Θωρώ το γω πως δεν ανοίγεις βιβλίο, μα σάικα μνιά ζωή ετσά θα πομείνεις στραβός κι απομπλεμένος

απομπουκίδια (α) = τα υπόλοιπα του φαγητού στο πιάτο, αποφάγια

απομπουκίδια (τα) = αποφάγια

απονέματα (τα) = απειλές, φοβέρες

απονέρι (το) = ποσότητα νερού που διαφεύγει από την πηγή

απονεστινιάρω = αποκαθιστώ

απονούμαι = εχθρεύομαι

απονταπότες ή αποσπότες = από πότε. Συνήθης φράση: Απονταπότες έχομε να σμίξωμε; Αποντα νε παντρεύτηκες!

απόντε = από όταν

απονυστεργιά = στο τέλος

αποξεγνοιάζω = αποξεχνώ, αποξεχνιέμαι, αφαιρούμαι, λασκάρω από την εργασία μου. Συνήθης φράση: Συνέχισε να μελετάς τα μαθήματά σου, μην αποξεγνοιάς

αποπανωθιός = επιπλέον. Συνήθης φράση: Αποπανωθιό του κερατά, ξυλιές του βγαίνα κι όλα! (Δε φτάνει που τον απάτησε η γυναίκα του, πάνε και να τον δείρουν κι από πάνω)

αποπεραθιό = στην απέναντι πλευρά

αποπίδια (τα), αποπιτίδια, αποπιοτίδια = το υπόλοιπο του ποτηριού που αφήσαμε

αποπισωθιό = από πίσω

απόπλυμα (το) ( πλυθ. τα αποπλύματα) = το νερό  με λάδια που ξεπλένουν τα πιάτα και κατσαρολικά, ή νερό ανακατεμένο με αλεύρι. τροφή για γουρούνια ή κότες

αποποτίζω, ποποτίζω = τελειώνω το πότισμα

απόρακη = η τελευταία ρακή του καζανιού

απόριστος -η-ο = ο άβγαλτος -η-ο, ο απονήρευτος -η-ο, αυτός πού δεν έχει ζήσει παρά έξω

απορόχια (τα) = είδος βρούβας

απορπίζομαι = απελπίζομαι

αποσκέπαση, κατασκέπαση (η) = αίσθημα λιποθυμίας

αποσκοτείναση (η) = αίσθημα απώλειας του φωτός

αποσκοτείνιαση (η) = σκοτοδίνη, ζάλη προερχόμενη από έντονη ταραχή ή απελπισία

αποσπέρασι = από βραδύς

αποσπερίδα (η) = η επίσκεψη σε σπίτι, η βεγγέρα

αποσπερίζω ή ποσπερίζω = κάνω επίσκεψη, βεγγερίζω

αποσπορίδι (το) = το στερνοπαίδι

αποσταμένος -η-ο = κουρασμένος

αποστότες = από τότε

αποσώνω = φθάνω, τελειώνω, προφθάνω. Συνήθεις φράσεις: Να μην αποσώσω και γεράσω ανε λέω ψώματα (προφθάσω) Ή: Δόξα τω Θεό ήδωκε ο θιός και εποσώσαμε τα, (τα αποτελειώσαμε)

αποτάσσω = κάνω δικό μου, αποχτώ

αποταυρίζωμαι, η ποταυρίζωμαι = τεντώνω χέρια πόδια από βαριεστημάρα

αποταχιάς ή οποταχιάς ή ποταχιάς = προ ολίγου, προ καιρού, προχτές

απότοκο (το) = το αυγό πού αφήνουμε στη φωλιά, ένα ψεύτικο αυγό ή σημαδεμένο αυγό πού πρέπει να παραμένει στη φωλιά στο κοτέτσι για να προσελκύει τις κότες

απότοκος -η-ο = τολμηρός

αποτρίβω = κάνω εντριβή. Συνήθης φράση από σατυρικό τραγούδι: Έχεις χρόνια να μ’ αγγίξεις, στη κοιλιά να με ‘ποτρίψεις

απού = αυτός πού

απούρανος (ο) = ο άκανθος ο αγκαθωτός, βότανο

αποφανίζομαι, ποφανίζομαι = εμφανίζομαι ευπρεπώς, επιδεικνύομαι, προβάλλομαι χάρις τις ικανότητες των άλλων

αποφανίζω = περιποιούμαι τον επισκέπτη

αποφάουδα, αποφαούδια (τα) = τα αποφάγια, αυτά που έμειναν στα πιάτα τα άχρηστα

αποφορά (η) = άσχημη μυρωδιά

αποφουσκαρίδα (η) = το φόρεμα τού φιδιού, »του όφη το πουκάμισο», το δέρμα του φιδιού πού αποβάλλει στις αρχές του Καλοκαιριού, επειδή μεγαλώνει το σώμα του

αποφυρώ = Α. στερεύω (εποφύραξε η πηγή = στέρεψε η πηγή) Β. ε μάζεψε, (αποφύραξε το ξύλο)

αποχερίδια (τα) = φιλέματα, φιλοδωρήματα

αποχερίζω = δίνω δώρα με το χέρι μου στον φιλοξενούμενο μου, κυρίως ξηρούς καρπούς, καραμέλες, κουλουράκια κλπ

αποχτίζω, αποτάσσω = αποχτώ. Συνήθης μια γνωστή φράση : Εγώ παιδί μου θέλω να αποτάξεις χίλια πρόβατα, μα σα δε θες; Τρίχα!

απόχωστα = απόκρυφα

άπραγος -η-ο = αξημέρωτος, άγριος

απυργιάζω = θειαφίζω

απύρι (το) = το θειάφι

αραγός (ο) = ασκί που βάζουν το ψιμόγαλο και γίνεται μυζήθρα

αραμάδα, χαραμάδα, χαραμίδα (η) = σχισμή, ράγισμα

αράσω ή ράσω ή αράζω = Α. ορμώ επιτιθέμενος, εφορμώ. Β. Ξαποσταίνω, ξεκουράζομαι

αργαδινή ή αργαντινή (η) = η βραδιά

αργάς = αργά

αργαστήρι (το) = ο αργαλειός

αργιώ = αργώ

αργοστελειώνω, εργοστελιάζω, εργοστελιάζω = κατασκευάζω, κατεργάζομαι δημιουργώ κάποιο έργο

αργούλιδας (ο) = νεαρή αγριελιά που ξεπατώθηκε από άγονα μέρη με σκοπό να εμφυτευθεί σε καλλιεργήσιμο έδαφος, αφού έχουν αφαιρεθεί όλα τα κλαριά και οι ρίζες

αρθούνι (το) = το ρουθούνι

αρισμαρι, ροσμαρι (το) = το δενδρολίβανο

αρισμαρο(βιτσό)βεργα (η) = η βέργα ή μπαστούνι που είναι φτιαγμένη από κατάλληλο κλαρί δενδρολίβανου, ίσιο και μακρύ. Μτφ. η ευλύγιστη κοπέλα

αρίφνητος, ανερίφνητος -η-ο = άπειρος, αναρίθμητος

αριφνώ = περιμένω

άρκαλος (ο) = ο ασβός

άρκλα (η) = το μνήμα

αρκουμπούλι (το) = όπλο

αρμαθιά, αρματιά (η) = η πλεξούδα, σύνολο τροφίμων σε μάτσο, ή περασμένα σε κλωστή. Πχ. με τρύπημα με βελόνες στα ξηρά σύκα και πέρασμα με κλωστή, ή κάνοντας μάτσα τα κρεμμύδια που ξεπατώσαμε και κάπου τα κρεμάμε, όλα αυτά τα λέμε αρμαθιές

άρμεγα (τα) = τα ζώα που δεν έχουν αρμεχθεί

αρμήνεια (η) = η διδαχή, η συμβουλή. Συνήθης φράση: Και μη ξεχνάς, μια αρμήνεια του κοπελιού, ποτέ δε βλάφτει, πες πες, κάτι μένει

αρμηνεύγω ή αρμηνεύω = διδάσκω, συμβουλεύω, υποδεικνύω. συνήθεις φράσεις: Εσυ μπλιό εμεγάλωσες παιδί μου και εγίνηκες με τα μουστάκια, ήμαθες και πέντε γράμματα, εσύ εδά θα πρέπει να αρμηνεύγεις εμένα. Η: Έλα επαέ ανίψο, θα σου αρμηνέψω που είναι μια περδικιά να πάς τη νύχτα με μνιά πατανία να πιάσεις τη πέρδικα με τα περδικάλια

αρμί (το) = υπερυψωμένη γραμμή ανάμεσα στα αυλάκια, είτε λόφοι, είτε λοφοσειρές

αρμιά (τα) = υψώματα, ράχες βουνών, λοφοσειρές. (Στη Μεσαρά λένε αρμιά τις υπερυψωμένες αυλακιές σε χώμα, άν είναι άχυρα ή καρπός στο αλώνι το λένε και λαμί. Όμως αρμιά λέγονται και οι αντίστοιχοι ορεινοί όγκοι, ή λοφοσειρές. Στη Γαλιά μάλιστα υπάρχει και τοποθεσία στα »Αρμιά» που στη πραγματικότητα είναι λοφοσειρές, τα τρία κεφάλια και η Γαλιανή παπούρα και για αυτό πήραν και τη σχετική ονομασία)

αρμός (ο) = ο χώρος ο υπερυψωμένος, ανάμεσα σε δύο αυλάκια

αρναούτης (ο) = όνομα Τούρκου αξιωματούχου, άτσαλος, επιπόλαιος

αρνεύγω = ειρηνεύω, καταπραΰνω. Συνήθης φράση: Ήντα άλλο να του κάνω του κοπελιού; Μιά ώρα το κουνώ και δεν αρνεύγει (δε σταματά να κλαίει)

αρνολόγος (ο) = αρνάδα

αροδαμίζω = μπουμπουκιάζω, βλασταίνω, αροδαμός (ο) = πλούσια βλάστηση και άνθηση

αρούβαλος, ανερούβαλος -η-ο = ο άτσαλος ο μη ταχτικός, ασυμπάθιστος, απρόσεχτος. Συνήθης φράση: Ανεμάζωξε σε ένα τόπο τα βιβλία σου και τα τετράδια σου, κρέμασε τα ρούχα σου στη ντουλάπα, βάλε μια τάξη  στα πράματα σου, μην είσαι αρούβαλος

αρρωσταρά, αρρωσταριά, αρρωσταρέ (η) = η άρρωστη

αρσιζέ = αισχρολογία

αρσίζης (ο) = αναιδής

άρτηκας (ο) = χονδρό καλάμι της Κρήτης, φυτό με κίτρινα άνθη την άνοιξη που μοιάζει με μπαμπού, στη ρίζα του βγαίνει και το γνωστό μανιτάρι αρτυκήτης

αρτίδια (τα) = τα μικρά αρτουλάκια που σαν έθιμο κάποτε έδιναν στους μαθητές δημοτικού την ημέρα των Τριών Ιεραρχών

ασημοπουνιαλάκι (το) = ασημένιο μαχαίρι που έζωναν οι κρητικοπούλες στη μέση τους

ασίς (ο) = ο επαναστάτης, ανυπόταχτος, χαίνης

ασκαλντί = πάρα λίγο, παρά τρίχα. Συνήθης φράση: Εγλίστρησα και τσούρησα στο δάμακα  κι ασκαλντί να μισερωθώ

ασκέλεια (τα) = ανάμεσα στα πόδια. Συνήθης φράση: Ανεμάζωξε τα ασκέλεια σου, αθρώποι περνούνε

ασκέρι (το) = τουρκ. ο στρατός, ομάδα, παρέα, το σόι, η οικογένεια. Συνήθης φράση: Καλησπέρα σύντεκνε! Ήντα κάνει το ασκέρι; (οικογένεια)

ασκιάζομαι, σκιάχνομαι = αντιλαμβάνομαι μόλις, παίρνω είδηση ξαφνικά. Συνήθης φράση: Εσκιάχτηκά τον ε απ΄αλάργο τον αγροφύλακα, και πρόλαβα και ήβγαλα την αίγα από το ξένο σπαρμένο

ασκιανός (ο) ή ασκιανάδα (η) = ο ίσκιος, η σκιά

ασκλελιά (η) = Α. η ασκελιά, ένα βήμα όσο το άνοιγμα των ποδιών. Β. σκελίδα. Συνήθεις φράσεις: Εγώ θυμούμαι πως το σύνορο ήτονε μια ασκελιά από τη χαρουπιά. Ή: Κόψε δυό ασκελιές σκόρδο και ρίξε το στη φακή

ασκομαντούτα ή φλασκομαντούτα (η) = η γκάιντα

ασκοντάβλα (η) = ο κουβάς (Λασίθι)

ασκορδούλακας (ο) = ο γνωστός βολβός της εξοχής που είναι φαγώσιμος. (Στη Κρήτη ο ασκορδούλακας είναι από τα πιο αγαπημένα σαλατικά και το τέλειο συνοδευτικό στα κουκιά. Είναι τρία είδη γνωστά, ο άσπρος με τον μεγάλο βολβό και το άνθος που όταν είναι τρυφερό τηγανίζεται με αυγά, είναι ο κόκκινος που είναι λιγότερο πικρός, αλλά δεν τρώγεται το άνθος του, και είναι και ένα άλλο είδος μικρότερου μεγέθους που φυτρώνει σε παραλίες σε αμμώδες έδαφος, αυτό βγαίνει εύκολα γιατί απλά το τραβάς. Όλοι οι ασκορδουλάκοι θέλουν να παραμείνουν μια βραδιά στο νερό ή να βράσουν αλλά να αλλάξουν νερό όταν μισοβράσουν)

ασκοτιζάρα (η) = το φυτό αγριοκρόμμυδο με το γνωστό μεγάλο βολβό, κρεμμύδα

ασκύβαλα (τα) = οι χονδροί κόνδυλοι από τα στάχυα που πέφτουν τελευταία στο κοσκίνισμα. (Τα σκύβαλα τα συναντάμε στο αλώνι γιατί είναι μεν άχυρα, αλλά έχουν βάρος και δεν τα παίρνει ο άνεμος και πέφτουν μαζί με τον καρπό. Εκεί στον σωρό με το σιτάρι τα κάνουν ένα λαμί (στενόμακρη σειρά) τα μαζεύουν με τον παράσυρο και τα κοσκινίζουν και τα βαβαλίζουν με το χέρι για να διαλεχτούν και να πεταχτούν. Επίσης στις αλωνιστικές μηχανές πέφτουν από τα κόσκινα κάτω μαζί με όλα τα άχρηστα των σιτηρών)

ασλάνης (ο) = λιοντάρι, ανδρείος, επαναστάτης, υγιής, ρωμαλέος  (τουρκ aslan)

άσου = στάσου, περίμενε

ασούσουμη (η) = αφτιασίδωτη

ασούσουμος -η-ο = αγνώριστος, ελεεινός, παραμορφωμένος

ασπάλαθος (ο), ασπαλάθι (το) = άγριος αγκαθωτός θάμνος με έντονα κίτρινα λουλούδια την άνοιξη. (Έκοβαν τον ασπάλαθο και για καύσιμη ύλη, άλλα και για περίφραξη σε ποριές μαντρών, ή για περίφραξη νεαρών δένδρων, να μην πλησιάσει ζώο να τα φάει, επειδή ο ασπάλαθος έχει αγκάθια)

ασπερατζούνια, σπερατζούνια (τα) = στη Μεσαρά κυρίως ασπερατζούνια λένε δύο πράγματα, τις αγκινάρες όλες που δεν είναι πρωτοκέφαλες, αλλά και τον καρπό από το μικρό φυτό εδάφους »σπερατζουνιά» που κάνει μικρά αγγουράκια τα οποία ήταν προτιμητέα από τα παιδιά στην εξοχή

ασπιθιά (η) = αψιθιά

ασπολίγο = παραλίγο

ασπριλάδι, ασπρουλάδι (το) = Α, το λεύκωμα τού αυγού. Β. μικρό άσπρο στίγμα

ασπρούγι (το) = έδαφος με άσπρα χώματα. (Τα ασπρούγια τα θεωρούσαν ιδανικά για φύτεμα ελιάς γιατί ήταν πλούσια σε ασβέστιο και κρατούσαν καλύτερα υγρασία)

αστενειά (η) = στέρηση

αστιβίδα, αστιβιά (η) = ο φρυγανώδης πυκνός θάμνος ,φυτό αφάνα (αστοιβή, αστοιβιά, αστοιβάδα. Δεν εξέλειπε απο κανένα σπίτι γιατί κάθε τόσο ανέβαιναν στα ορεινά και φόρτωναν το γαϊδούρι με δύο μεγάλα δεμάτια »φουντερά» θυμάρια για προσάναμμα στη φωτιά ή για προσάναμμα στο φούρνο, αυτά ήταν οι αστιβίδες, τα θυμάρια, η θρούμπα οι αθινοκαλιές κλπ)

ασύνορος -η -ο = εκείνος πού δεν έχει σύνορα, άπειρος, ατέλειωτος, άκρατος

ασυστασιά (η) = η ακαταστασία

ασύστατος -η-ο = ασταθής, άστατος

ασυστήλωτος -η-ο = ασουλούπωτος, ο έχων κακό παράστημα

ασφάκα (η) = πικροδάφνη. (Η σφάκα ή ασφάκα ήταν για τα παιδιά ένα συμπαθέστατο φυτό με τα όμορφα του άνθη. Με τα ίσια κλαριά της σφάκας έφτιαχναν σφακομπίστολα τα οποία πέταγαν ένα σούρο αντί σφαίρα, ή πέταγαν νερό οι λεγόμενες νερομπιστόλες, Επίσης με τα ξηρά κλαριά έφτιαχναν σκαλιστά αντικείμενα, κομπολόγια, ή χερούλια από μαχαιράκια κλπ)

άσφαλτο (το) = αυτό που δεν σφάλει , το πετυχημένο. Συνήθης φράση: Βγάλε το με το χώμα παρέα και φύτεψέ το και θα είναι άσφαλτο

ασφεντουρίδι, σφεντουρίδι (το) = η εκσφενδόνιση. Συνήθης φράση: Εκειά που εκράθιουνα το κατσούλι και το χάιδευα μου δίνει ένα δακανίδι, και δε χάνω και εγώ καιρό και του ρίχνω έν’ ασφεντουρίδι και στάλισε απάνω στη μουρνιά!

ασφεντυλιά, σφεντυλιά (η) = άγριο τοξικό φυτό με μαλακούς κονδύλους εως ένα μέτρο. ( Πήρε το όνομά του το φυτό από τα πολλά μικρά πολλά ριζαλάκια του πού μοιάζουν σαν σφεντύλια. Με τα ξερά βλαστάρια της ασφεντυλιάς, επειδή είναι πολύ ελαφριά, τα καλοκαίρια  τα παιδιά, έφτιαχναν διάφορα χειροτεχνήματα, καθώς και τους γνωστούς περιστρεφόμενους  »μύλους», τους οποίους περιέστρεφαν δύο τζιτζίκια)

ατζαμής (ο) = αρχάριος

ατζάρες = μπούτια

ατζαρού (η) = αυτή πού έχει μεγάλα μπούτια

ατζέμπις, αντζέμπας = άραγε

ατζηριτηχτός -η-ο = ο τρέχων γρήγορα

ατζηρίτι (το) = ιδέ αγλάκιο. επίρ ατζιρητιχτί = τρέχοντας. Συνήθης φράση: Ισα με να ιδώ τον αμπελικό να με σγώνει, πιάνω και εγώ και το ρίχνω στ΄ατζιρίτι και γίνηκα καπνός! Πού να με πιάσει!

ατζηριτώ = ιδέ αγλακώ

ατζί (το) πλυθ. τα ατζα = (τουρκ) ο μηρός, μπούτια

ατζιγγανεύω = αδικώ

ατζίγγανος = αθίγγανος, τσιγγάνος

ατζιμπούρδακας, τζιμπούρδακας, μάντακας (ο) = τσιμπούρι. Συνήθης φράση: Ξάνοιξε καλά το σκύλο μας, γιατί έχει ατσιμπουρδακάκια πάλι στα αφθιά ντου

ατζιμπραγός, τζιμπραγός -η = δίδυμος

ατζίποδας (ο) = το πόδι έως τον μηρό

ατζοπατώ = παραπατώ

ατζοπηδώ, ή τζοπηδώ = χοροπηδώ

ατζούγια (τα) = είδη αγγουριών

ατζούμπαλος, ατσούμπαλος, ανασούμπαλος -η-ο = ο ακατάστατος, ο ανοργάνωτος , ιδιότροπος, άταχτος , ατημέλητος, κακοντυμένος, ούτε τρελός ούτε λογικός.

ατονιάρω ή παντονιάρω = ατονώ, αδρανώ

ατσά, τσα = έτσι. Συνήθης φράση: Ατσά λογιώ θα μάθεις ένα σόι γράμματα…

ατσέλεγος (ο) = το σπουργίτι. (στη Μεσαρά εγώ δεν τους έχω ακούσει να τους λένε ατσελέγους τα σπουργίτια, ωστόσο επειδή υπήρχε πληθώρα πουλιών και η ζημιά ήταν μεγάλη αν έπεφταν σε σιτοβολώνα, είχαν φτιάξει ειδικές φωλιές στους τοίχους με λαιμούς από σταμιά εντοιχισμένους στον τοίχο, με σκοπό να φωλιάζουν εκεί τα σπουργίτια και να παίρνουν αργότερα τα πουλάκια να τα κάνουν ομελέτα. Έτσι γινόταν και στους στάβλους, έδεναν την πόρτα με ένα σπάγκο, πέταγαν μέσα μια φούχτα σιτάρι και περίμεναν να μπουν μέσα πολλά σπουργίτια. Στη συνέχεια τράβαγαν το σπάγκο και εγκλώβιζαν μέσα τα πουλιά τα οποία στη συνέχεια θα γίνουν στο τηγάνι μια ωραία ομελέτα για τα παιδιά)

ατσέτο (το) = η ενθάρρυνση, κουράγιο. συνήθης φράση: Κάνε του ατσέτο να φάει γιατί θαρρώ πως ντρέπεται

ατσίπωτο, ατσούπωτο (το) = μαλακό αυγό που γεννά η κότα χωρίς τσόφλι. (Συνήθως όταν οι κότες δεν παίρνουν αρκετό ασβέστιο στις τροφές τότε γεννούν μαλακά αυγά χωρίς τσόφλι. Αυτό το γνωρίζουν οι νοικοκυρές και τους βάζουν ασβεστόνερο στο δοχείο, ποτίσματος)

αυγικό (το) = ο εσπερινός της Μ. Βδομάδας. (Όλοι οι εσπερινοί της Μεγάλης βδομάδας στη Μεσαρά τους λένε αυγικά). Κανονικά οι εσπερινοί αυτοί θα έπρεπε να ψάλλονται το πρωί, αλλά έχει γίνει η μετατόπιση της ώρας για το βράδυ της προηγούμενης. Οι λόγοι γι’ αυτή τη μετατόπιση της ώρας, είναι ότι: α) τα βράδια ήταν (και είναι ακόμη) ευκολότερο για τους περισσότερους ανθρώπους να συμμετάσχουν στις ακολουθίες, επειδή τις πρωινές ώρες εργάζονται, β) η νύχτα βοηθάει να γίνουν οι ακολουθίες πιο κατανυκτικές, δηλ. πιο συγκινητικές και ευλαβικές, γ) πολλά από τα γεγονότα του Πάθους και της Ανάστασης του Χριστού έγιναν νύχτα, άρα η νύχτα ταιριάζει περισσότερο στην ανάμνησή τους, που γίνεται μέσα στην εκκλησία, μέρα προς μέρα. Κάθε μια από τις μέρες της Μεγάλης Εβδομάδας είναι αφιερωμένη και σε κάποιο επιμέρους περιστατικό των Παθών.)

αυτανά = αυτά, ετούτα (Λέξη που προφέρεται κυρίως πάνω στα νεύρα… αυτανά απου κατέχεις να τα ξεχάσεις κλπ)

αυτούμενο (το) = το αναμμένο (Λέξη που συναντάμε κυρίως σε ποιήματα, » ένα κερί αυτούμενο κρατώ στην εκκλησία… κλπ)

άφατος (ο) = ο απερίγραπτος

αφεντάκης (ο), αφεντάκι (το) = ο αφέντης, ο κύρης , ο πατέρας. (Τη λέξη τη συναντούμε συχνά στον Ερωτόκριτο, και στην Ερωφίλη)

αφεντεύγω ή αφεντεύω, διαφεντεύγω = εξουσιάζω

αφερφομοίρι (το) = το μερίδιο που κληρονομεί κάποιος τη μοιρασιά από τους γονείς του

αφθιά (τα) = χερούλια. Συνήθης φράση: Πιάσε τα αφθιά του τσικαλιού με ένα πανί να μη σε κάψει και κατάβασέ το από τη παρασθιά. (Γενικά όλα τα χερούλια σε πιθάρια, τσουκάλια, όταν δεν έχουν μακρύ χέρι, αλλά είναι κοντά και ημικύκλια, τα λένε αυθιά

αφορδακός (ο) = ο βάτραχος

αφόρεση (η) = η υποψία, αφορμή

αφορμάγρα, αφορμή, αφόρμιση (η) = μανία, μένος, οργή

αφορμάρης (ο) = ο μανιακός

αφορμίζω = μαίνομαι

αφορμισμένος -η-ο = έξω φρενών, μαινόμενος

αφορούμαι, παραφορούμαι = υποψιάζομαι, υποπτεύομαι, εικάζω, υποθέτω, έχω μικράν υπόνοια

αφορούμε = υποπτεύομαι, θυμάμαι. Συνήθεις φράσεις: Αφορούμε εγώ ποιός μπήκε και ήκλεψε τα πορτοκάλια. (υποπτεύομαι). Αφοράσαι που μπορεί να τα άφησες τα κλειδιά σου;

αφούρα (η) = καταχνιά

αφούσα (η) = έξαψη, οργή, μανία

αφρουκούμαι, ή φρουκούμαι = ακούω με προσοχή, αφουγκράζομαι. Συνήθης φράση: Φρουκού ήντα θα σου πω, λίγα λόγια με δαύτονε

αφτάρμιστά του = να μη βασκαθεί

αφτουλάς (ο) = αφταράς, ο έχων μεγάλα αφτιά. Μτφ. ανυπάκουος

άφτω = ανάβω

αχαΐρευτος -η-ο = ο μη προκομμένος, ανεπίδεκτος προκοπής

αχαιρονύχτης (ο) = ιδε ανηφόρας

αχαμνά (τα) = Α. τα χαμηλά Β. τα απόκρυφα του άνδρα

αχέλια (τα) = τα χέλια

αχεργιώνας (ο) = αχυρώνας

άχι (το) = το βάρος, η κατάρα, ο αναστεναγμός

αχναραύτης, χναραύτης, αφτουλάς (ο) = αυτός που έχει μεγάλα αυτιά σαν χνάρια ( χνάρι = το ένα φύλλο μπακαλιάρου) ο αυταράς. Μτφ η ανυπάκουος

αχνιά (η) = ο αέρας της εκπνοής, αλλά και η απόλυτη σιωπή, τσιμουδιά. Συνήθης φράση: Να κοιμηθείτε ήσυχα ήσυχα και να μη ακούω αχνιά!

αχνιά , ή άχνα (η) = σιωπή, τσιμουδιά συνήθης φράση: Μη βγάνεται άχνα, πέσετε για ύπνο

αχνός -η-ο = χλιαρός

άχολος (ο) = ο πράος, άδολος, καλόκαρδος, αυτός που δεν έχει κακία μέσα του, ο αγαθός. (Λένε πως τα περιστέρια όταν τα σφάζουν δεν έχουν καν χολή, για αυτό είναι τόσο πράα)

αχοχλακώ, χοχλακώ = βράζω, έχω ταραχή. Συνήθεις φράσει: Ρίξε τα βρουβάσταχα στο τσικάλι γιατί αχοχλακά το νερό (βράζει). Ή: Αχοχλακά το αίμα μου εκειά που τονε θωρώ…( παθαίνω ταραχή)

άχτι (το) = έχθρα, εκδίκηση

αχτιμάνι (το), αμπούνια (η) = μίσος, έχθρα. Συνήθης φράση: Μα ήντα αχτιμάνι είναι εκειονά πού μού χει αυτός ο άθρωπος, και χωρίς να του κάνω πράμα, εγώ φταίω που η γυναίκα ντου ήθελε εμένα;

αχύρι (το) = ο στάβλος