Χ

χαβαλές (ο) = παραπομπή, εκλαμψία, χάζι (τουρκ)

χαβάνι (το) = γουδί μπρούτζινο

χάβδαλος, κάψαλα = αποκαΐδια, ολική καταστροφή από φωτιά, τελείως ξερός

χαβεσιλίκι (το) = μεράκι, έντονο πάθος

χαβρίζω = φωνάζω πολύ δυνατά

χαβώνω, τουρτουρίζω = κρυώνω, παγώνω

χαγιάτι (το) = εσωτερικό υπόστεγο, ή διάδρομος οικίας

χαζαρίνα (η) = νυμφομανής

χάζι (κάνω) = θέαμα που έχει ενδιαφέρον, διασκέδαση από θέαμα, σείρι. Συνήθης φράση: Άντε παράτα με για δε κάνω χάζι

χαζινές (ο) = θησαυρός

χαζιρεύομαι = ετοιμάζομαι

χαζίρης, χαζιρευτής (ο) = αυτός που τα θέλει όλα έτοιμα

χαζίρι (το) = ετοιμασία

χαζίρικα (τα) = τα έτοιμα. Συνήθης φράση: Γιάντα δεν πας να δουλέψεις μόνο τα θες ούλα χαζίρικα;

χαϊλάζης (ο) = ανισόρροπος, φαντασιόπληκτος

χαϊντώ (να σε) = να σε χαρώ (Χανιά)

χαιράμενος -η -ο = χαρούμενος. Συνήθη φράση μια παλιά ευχαριστήρια ευχή: Χαιράμενη κι απίκρατη, να χαρείς το στεφάνι σου και τα παιδιά σου, στερεωμένη και πολύχρονη σαν τ ‘ άγιο μοναστήρι

χαίρι, χαέρι (το) = προκοπή. Συνήθης φράση: Είδα ‘γω ‘τοσονά καιρό που δουλεύγεις ήντα χαέρι έχεις καμωμένο

χαϊρλής, χαιρλίδικος (ο) = προκομμένος, καλοπροαίρετος, φιλότιμος για όλα

χαιρώνει = αρμόζει, ταιριάζει, γίνεται, προσαρμόζει. (Λασίθι). Συνήθης φράση: Πού πας να το βάλεις, δε θωρείς πως δέ χαιρώνει;

χάκι (το) = ριζκό, τύχη, ατομικό δικαίωμα απο την κληρονομιά. Συνήθης φράση: Μα το κάνει  η καρδιά σου να φάς το χάκι του ορφνού κοπελιού?

χάλαβρα (τα) = ερείπια γκρεμισμένων σπιτιών, ανάμεσα σε σωρούς από πέτρες

χαλαζάρης (ο) = ο χοίρος που έχει προσβληθεί από την αρρώστια χάλαζη. Φράση από τον Καζαντζάκη: Καλός καλός ο χοίρος μας, μα βγήκε χαλαζάρης

χάλαζη (η) = αρρώστια των χοίρων

χαλαφτανάς (ο) = ο αχαΐρευτος, ο ανεπρόκοπος. Συνήθης φράση: Δέ φτάνει  που μόλις εντάκαρε το κοπέλι να διαβάσει, πάνω στην ώρα επλακώσανε δυο τρείς χαλαφτανάδες, πού να διαβάσει!

χαλέπα (η) = ακαλλιέργητη και άγονη έκταση, τόπος φτωχός στην απόδοση

χαλεπώνω = καθησυχάζω (πχ ως προς τον πόνο), αλλά και απομακρύνθηκε  απέναντι στο βουνό και χάθηκε από τα μάτια μου. Συνήθεις φράσεις: Κι ο πόνος μου χαλέπωσε εδά που σ’ είδα πάλι. Η: Είδα τονε που εχαλέπωσε εκεια οπέρα στο βουνό πριν λίγη ώρα

χάλι, χάλιο (το) = σκουπιδιάρη, αθλιότητα. πλυθ. χάλια (σκουπίδια, αθλιότητες). Συνήθης φράση: Ελα παέ ξάνοιξε γιατί θαρρώ πως  εμπήκε ένα χάλιο στ’ αμάτι μου. Ή: Δε θωρείς το χάλι σου καημένε μόνο μου θές και παντριές

χάλια (τα) = οι κακομοιριές. Συνήθης φράση: Μαύρο κακομοίρη διάβαζε για δε κατέχω τα χάλια σου ανε μείνεις ντουβάρι!

χαλικούτης (ο) = ακατήγατος, αποδιοργανωμένος, άτσαλος, ακατανόητος στην ομιλία. Συνήθης φράση: Και πήγε και ο χαλικούτης να βγάλει λόγο, και εκειά που τα μασούσε, εσκάσανε ούλοι στα γέλεια!

χαλικουτίζω = σιγανοψιθυρίζω ακαταλαβίστικα, λέω άλλα ντ ‘άλλων, φλυαρώ. Συνήθης φράση: Μα ήντα δα χαλικουτίζεις ετά και δε κατέχεις μουδε σύ ηντα λές!

χαλίσικο (το) = αγνό, γνήσιο

χαλώ = ξεκάνω, διαλύω, διαλύω μια συμφωνία

χάμαι θωρώ και λέω το = απεύχομαι. Συνήθης φράση: Ετσα που το λαλεί εκειονέ το κοπέλι, δε θα βγάλει τη χρονιά, χάμαι θωρώ και λέω το…

χάμαι ξανοίγω = κοιμάμαι όρθιος. Συνήθης φράση: Ε κακομοίρη μα συ ξανοίγεις χάμαι, και στο τέλος θα στα φάνε ούλα τα ‘δέρφχια σου

χάμαι, χάμαις = κάτω στη γη, κατάχαμα (αρχ.  χαμαί = κατα γής). Συνήθης φράση: Αστα χάμαι να μη τα σηκώνεις μέχρι να’ρθει το λεωφορείο

χάμαρη (η) = παλιά αρρώστια που εκδηλώνεται με μαύρες κηλίδες στο στόμα, επιφέρει αιμορραγία και έπειτα θάνατο

χαμαρρωστώ = ψευταρρωστώ, αρρωστώ εύκολα

χαμηλοβλεπούσης (ο) = ο ντροπαλός

χαμόστρωμα = μεγάλη ποσότητα ενός προϊόντος δένδρου, πεσμένο στο έδαφος

χαμπιόλι, χαμπλιόνι, θαμπιόλι, σφυροχάμπιολο = μικρός αυλός, μικρή αυτοσχέδια φλογέρα συνήθως φτιαγμένη από καλάμι

χαντώ = θαρρώ, νομίζω, πιστεύω

χαράκι (το) = βράχος, μεγάλη πέτρα

χαράκι = ακριβώς. (τη λέξη τη χρησιμοποιούσαν στο ζύγισμα για να τονίσουν την ακρίβεια του βάρους). Συνήθης φράση: Επαέ δείχνει ο καμπανός, πως τ’ αρνί σου είναι οχτώ οκάδες και τρακόσα δράμια χαράκι

χαραμάδα, χαραμίδα, αραμάδα (η) = σχισμή

χαραμάδι (το) = ένα κομμάτι, ολόκληρο ψωμί. Συνήθης φράση: Βάλε στη βούργια, ελιές τυρί και ένα χαραμάδι ψωμί

χάρβαλο (το) = σαράβαλο, ξεχαρβαλωμένο

χαρισάρι (το) = αρνί που χαρίζεται σε κάποιον

χαρουμπίζω = πατικώνω να γεμίσει καλά το σακί, χρησιμοποιώντας ένα ξύλο. Συνήθης φράση: Άμα βάλεις δυο τρία καλάθια χαρούπια στο σακί και γεμώσει, πιάσε και ένα ξύλο να τα χαρουμπίσεις καλά, να χωρέσει κι άλλα

χαρταλάμι (το) = αγκράφα, τοκάς

χαρχαλέυω, χαρχαλεύγω, τσαχαλέυω, τσαχαλεύγω = θορυβώ ενώ φτιάχνω κάτι, κάνω θόρυβο ξεσκαλίζοντας κάτι. Συνήθης φράση: Μα ήντα χαρχαλέυγεις ετά στο συρτάρι και δέ μ’ αφήνεις να κοιμηθώ;

χάρχαλο, τσάχαλο (το) = θόρυβος σε κάποια εργασία. Συνήθης φράση:  Μην κάνεις χάρχαλο γιατί κοιμάται το κοπέλι

χασές (ο) = λεπτό πανί άσπρο

χάση (η) = η λίγωση του φεγγαριού

χάση (και στη φέξη), αριά και πού = μια στο τόσο, πολύ σπάνια

χάσικο (το) = το  ψωμί φτιαγμένο με λευκό σιταρένιο αλεύρι

χασίλι (το) = το σπαρτό όταν έχει φυτρώσει, (συνήθως προορίζεται για τροφή ζώων)

χάσκω, ξεχασκίζω, αποξεχασκίζω = ανοίγω το στόμα μου, έχω ανοιχτό το στόμα. Συνήθης φράση: Ε καλά αυτή χάσκει όπου θωρεί κουτάλι( δηλαδή, κολλάει σε όλους μέχρι να σταλίσει κάπου)

χαστούμπα, μαλαστούμπα (η) = τούφα, τούφα από πανιά ή λινάρι, πανιά η λινάρι ανακατεμένα με διάφορα όπως λάσπη γύψο, κοπριά κτλ). Συνήθεις φράσεις: Πιάσε μια χαστούμπα πανιά, δέσε τηνε σέ ένα κοντάρι και καθάρισε το μπουρί. Ή: Εκαθάρισα την αποχέτευση και έβγαλα μια μαλαστούμπα μαλλιά. Η: Σάσε μια μαλαστούμπα με λινάρι και πηλό και κλείσε τη τρύπα

χατζής -ίνα = εκείνος που έχει επισκεφθεί τα Ιεροσόλυμα

χάτζικας (ο) = μικρό λεπτό αρωματικό βότανο βρώσιμο

χαύνης (ο), χαύνη (το)= αντάρτης, επαναστάτης, αλλά και χαμένο κορμί

χάφτομα (το) = μπουκιά, φάγωμα

χάφτομαι, χάφτω = τρώω βιαστικά. Συνήθης φράση: Αφήσετε τη δουλειά και ελάστε δα να χαφτούμε μια μπουκιά

χαχάλι, διχάλι (το) = ξύλο με διχάλα στην άκρη σε σχήμα V, προεξέχον τμήμα που μπορεί να πιαστεί κάτι. Συνήθης φράση: Να πιάσω θέλω ένα χαχάλι, και θα σας ε κολλώ ίσα με να βρέξει! Η: πχιάσε τη βούργια και κρέμασέ τηνε εκειέ στο χαχάλι του κλαδιού τση χαρουπχιάς

χαχαλιά, χαχαλέ (η) = μια φούχτα μαζί και των δύο χειρών. Συνήθεις φράση: Άνοιξε τη μποδιά σου να σου ρίξω μια χαχαλιά καρύδια. Ή:  Ανάρια ανάρια στο ψωμί και χαχαλιές στσι βρούβες

χαχαλιάζω = χώνω κάπου τις  δύο φούχτες μου ενωμένες και τις γεμίζω. Συνήθης φράση: Χαχάλιασε καμπόσα αμύγδαλα  απ’ το σακί, και κράθιετα τση μάνας σου

χαχαλόβεργα, φορφοτήτα, διχαλόβεργα, διχάλα (η) = χονδρό και μακρύ ξύλο  με σχήμα V στην άκρη, η χρησιμότητα του ήταν να υποβαστάζει στο φόρτωμα, να γίνεται ακουμπιστήρα στο δρόμο από τον άνθρωπο, αλλά και για ξυλοδαρμό. Συνήθης φράση: Πχίασε τη χαχαλόβεργα και βάλε τηνε μποντέλο από την άλλη μεργιά του σωμαριού να ανεβαστά

χάψι ή χάπσι (το) = φυλακή

χειρόβολο (το) = δεμάτι σιτηρών. Συνήθης φράση: Φέρε κοντά το γάιδαρο και φόρτωσε έξε χειρόβολα κριθάρι, και άμετα στη θεμονιά

χειρόμυλος (ο) = πέτρινος χειροκίνητος μύλος με δύο στρογγυλές πλάκες πάνω κάτω, όπου περιστρέφεται η πάνω

χεϊτάνης, σειτάνης (ο) = διάβολος. Συνήθης φράση: μα ήντα δα εμφανίστηκε επάε ωσά το χεϊτάνη!

χελεύω = ψαρεύω χέλια

χελιά (η) = η γκρι, η ψαρή, με άσπρο γκρί τρίχωμα (αφορά ζώα). Μια φορά είχαμε μια χελιά αελιά, και τη δώκαμε και πήραμε ένα χωράφι

χελιό, χελί καπαρό (το)  = χρώμα σε απόχρωση του γκρί

χερικό (βάζω) = δέρνω. Συνήθης φράση: Κάτσε καλά μην πειράζεις το κοπέλι, μή σου βάλω χερικό

χέρσο (το) = ακαλλιέργητο χωράφι για καιρό

χιαλβάργια (τα) = κρητικές μπότες

χιαλέπι, χιαλεπιτζίδικα (τα) = καταστροφή, άνω κάτω. Συνήθης φράση: Εμπήκε στο μαγαζί μεθυσμένος και τά ‘καμε ούλα χιαλεπιτζίδικα, (σε άθλια κατάσταση)

χιαχιρντίζω, σασιρντίζω, χιαχιρντίζω = ξαφνιάζομαι, παθαίνω σύγχυση, τρομάζω με αυτό που ακούω ή βλέπω. Συνήθης φράση: Είδε το κοπέλι να του ορμά ο άγριος τράγος και χιαχίρντισε απ το φόβο του

χιλές (ο), χλεντζά (η) = ζαβολιά στο παιγνίδι

χίντι χίντι = παρά τρίχα, παρ ‘ολίγο. Συνήθης φράση: Ήτρεχε το αμάξι στο γκρεμό, και χίντι χίντι να τσουρίσει στο μ-πάτο

χιράμι (το) = μάλλινο κροσσωτό κλινοσκέπασμα, πατανία ξομπλιαστή στην άκρη που χρησίμευε για γάμους κλπ, πατανία που στόλιζαν τον τοίχο

χίρι μπαίρι (το) = ρεύμα, διαπεραστικό κρύο (τουρκ). Συνήθης φράση: Φύγε από τά και έλα μέσα, μήν είσαι στο χίρι μπαίρι

χλεντζά (η), χιλές (ο) = διαβολιά κατά την ώρα του παιγνιδιού, παραβίαση των κανόνων του παιγνιδιού. Συνήθης φράση: Δέ ξαναπαίζω ντελιμά με τα σένα, όλο χλεντζές άνεις (διαβολιές)

χλεντζαμπούρης (ο) = αυτός που παραβιάζει τους κανόνες του παιγνιδιού, ζαβολιάρης. (Παιδική ορολογία)

χλιαίνω = καθιστώ χλιαρό. Συνήθης φράση: Καίει καλά το φαΐ μόνο φύσα το να χλιάνει

χλιός -η -ο = χλιαρός

χλούφτω -μαι = κρύβω -μαι. Συνήθεις φράσεις: Έπιασε μια ξαφνική μπόρα και χλούφτηκα στη κουφάλα τσ ελιάς να μή βρέχομαι. Ή: Σκύψε κι άλλο, και χλούψε τη κεφαλή σου στα πόδια σου

χναράφτης, αχναράφτης (ο) = ο έχων μεγάλα αφτιά σαν χνάρια (χνάρι = το ένα φύλλο του παστού μπακαλιάρου),  ανυπάκουος, κουφιοκέφαλος, ο ακούων αλλά είναι αδιάφορος. Συνήθης φράση: Έπιασε ο χναράφτης  και πήγε στο καφενείο και δεν επήγε στη δουλειά που τον ήπεψα

χνάρι (το) = το ένα κομμάτι του παστού μπακαλιάρου

χόβολη (η) = ζεστή καυτή στάχτη με μικρά αναμμένα κάρβουνα

χόντρος (ο) = κρητικός τραχανάς, χονδροαλεσμένο σιτάρι, πλιγούρι

χοντροχοχλιός (ο) = το σκουρόχρωμο σαλιγκάρι που είναι μεγαλύτερο από τον λευκό λιανοχοχλιό

χοροστάσι (το) = τόπος χορού

χοροφελέτης, χροφελέτης (ο) = εκείνος που του χρωστάνε. Συνήθης φράση: Ήπιασε  ο λεγάμενος και ήκλεψε μου ούλα τα απίδια, ιδέ ένα χοροφελέτη!

χορτοψωμισμένος -η -ο = χορτάτος, νεόπλουτος. Συνήθης φράση: Αυτός εδά είναι χορτοψωμισμένος και δέ  τρώει ετσά φαγιά

χουβίζω = γιουχαΐζω, διώχνω υβρίζοντας

χουμά κουτάλια = άνω κάτω. Συνήθης φράση: Επλακωθήκανε λέει στο καφενείο, και εκάμανε το μαγαζί χουμά κουτάλια

χουμαδοκέφαλος -η -ο = κουφιοκέφαλος, χωρίς πνευματική ικανότητα, άμυαλος

χουμάς (ο) = ο ορός κατά την πήξη του γάλακτος

χούμελη (η) = νερόμελι, πολύ γλυκό

χουνέρι, χνέρι (το) = ζαβολιά

χούρδα, αναχούρδα (η) = ξεμαλλιασμένη. Συνήθης φράση: Μα πως μωρή εγίνηκες τσά ωσά τη χούρδα όρθα

χουρχούδα (η), χουρχούδι (το) = ρόπαλο, χονδρό ξύλο για ξυλοδαρμό

χοχλάδι, κοχλάδι (το) = πετράδι, βότσαλο

χοχλακώ = κοχλάζω, βράζω

χοχλιδάτος -η -ο = ο έχων σχέδια του χοχλιού, ο έχων πιτσιλιές, δίχρωμος, ο έχων σχέδια πουά στο φτέρωμά του, ο έχων βούλες (κυρίως  στα πουλερικά). Συνήθης φράση: Αγλάκα να ξηλώσεις (διώξεις) τη χοχλιδάτη όρθα γιατί εμπήκε στο περβόλι

χοχλιός, κοχλιός (ο), χοχλίδι,(το) = σαλιγκάρι

χρειγιά (η) = χρειαζούμενο, δοχείο που μπορεί να χωρέσει κάτι, όπως λεκάνη κουβάς, σακί, σακούλα κλπ. Συνήθης φράση: Πχιάσε μνιά χρειγιά να βάλεις εκεινεσές τσι πατάτες, να τσι πάς του κυρού σου

χρίζομαι = πασαλείβομαι

χριμπάτσι, κριμπάτσι, κουρμπάτσι, καμτσίκι (το) = ο βούρδουλας, καμουτσίκι

χτήμα (το) = υποζύγιο, (γαϊδούρι, μουλάρι, μπεγίρι, φοράδα, άλογο). Συνήθης φράση: Πάρε και τα δύο χτήματα και άμε να τα ποτίσεις

χτικιάζω, βερεμιάζω = μαραζώνω

χτικιό, βερέμι (το) = φθίσης, μαράζωμα

χτίρι (το) = το σπίτι ενώ χτίζεται, χτίσιμο εργασία του χτίστη

χτυπώ (όξω) = βγαίνω έξω. Συνήθης φράση: Χτύπα όξω ελεεινέ κι αξιοδάκρυτε να μη σε θωρούν τα μάθια μου

χυλόφτα (η) = φαγητό της φτωχολογιάς, φύλλο από ζυμάρι σε λεπτά κομμάτια, που αντικαθιστούσε τα μακαρόνια

χύμα, χυματικό (το) = κατηφοριά ( Ιταλ: hina)

χυματίζω = ανοίγω το στόμα κάποιου (ανθρώπου ή ζώου) και τον ποτίζω με το ζόρι. Συνήθης φράση: ρίξε το φάρμακο στο ντενεκάκι, άνοιξέ του το στόμα και προσπάθησε να του το χυματίσεις

χύνομαι, αμοντέρνω = ορμώ, εφορμώ, επιτίθεμαι

χώνομαι, χώνουμαι, χώουμαι = κρύβομαι

χώνω = κρύβω (προστ. χώσου= κρύψου)

χωρατάς, χωρατατζής (ο) = καλαμπουρτζής

χωρατεύω, χωρατεύγω = κάνω αστεία, πειράζω φραστικά

χωρατό (το) = το αστείο, το καλαμπούρι

χωσά (η) = ενέδρα, στένω χωσα= κάνω ενέδρα. Συνήθης φράση: Πιάνει και στένει ντου χωσά, κι επίβουλο καρτέρι, ξαρμάτωτο τον ήβρικε, κι είχε αδειανά τα χέρια

χωστό (το) = το παιγνίδι κρυφτό