Δ

δα = θα. Συνήθη φράση: άμα δα τον -ε δω…

δάμακας (ο) = γκρεμός, το πλάι της πεζούλας, η άκρη υψηλού σημείου, άκρη

δαμάκι, μάκι = λιγάκι, ολίγος, μικρός, αμυδρός

δαρμός (ο) = μαστίγωμα, ξυλοδαρμός

δασκαλεμένος -η -ο = αυτός που του είπαν τι να πει, εκείνος που τον έχουν συμβουλέψει

δασκαλεύω = διδάσκω

δασκάλι, δασκαλάκι (το) = μαθητής σχολείου

δειλοσκόρπιση (η) = αμφιβολία, δισταγμός

δεμαθιά (η) = δεμάτι. (Οι πιο συνήθεις δεμαθιές ήταν από ξύλα για φωτιά στο φούρνο ή στη παρασθιά, δεμαθιές στα θερισμένα σιτηρά ή όσπρια, σε σανά, χλωρά ή ξερά)

δεματαριά, δεματαριά, δεματαρέ (η) = το σημείο που δένεται το σχοινί

δεματικό = ειδικός δέτης για τα δεμάτια των σιτηρών ή από τα ίδια τα δεμάτια, είτε από άλλα μαλακά κλαριά θαμνώδη φυτών

δένω, μεταδένω (κάποιον) = του κάνω μάγια, να μην μπορεί να κάνει κάτι συγκεκριμένο, πχ να μην μπορεί να πάει με τη γυναίκα του, κάνω σατανίστικες ενέργειες για να κάνω κακό σε κάποιον. (Παλιά »έδεναν» κάποιον στον αγιόγυρο, κάνοντας κάποιες ενέργειες και διαβάζοντας και ευχές του σατανά)

δεξιμάτη (η) = υφαντή κατασκευή με σχέδια

δεπά, επαδά, παδά επαέ, επά, πα = εδώ. Συνήθεις φράσεις: Πιάσε να μαζώξεις από δεπά τα τσιμπράγαλα, ή έλα πα να πιούμε μνιά!

δέσπολα (τα) = μούσμουλα

δέτης, δάμακας (ο) = γκρεμός

δηλαγκριστώ = παθαίνω αϋπνία

δημηγορώ = ρητορεύω

διάβα (το) = η διαδρομή

διαβασμένος -η -ο = σπουδασμένος. Συνήθης φράση οι στίχοι από το τραγούδι του Διάκου: Κι άστο πως ήταν όμορφος, ήταν και σπουδαγμένος, μέσα στο θεολογικό ήτανε διαβασμένος

διαγουμίζω = λεηλατώ, διασκορπίζω διαρπάζω, κουρσεύω

διακονιά (η) = ζητιανιά, λύπηση, οίκτος

διαλεγώνας = εκλογή, διάλεγμα. Συνήθης φράση: Καλά, δε δε βάλαμε δα και στο διαλεγώνα…

διαλεούδια, αποδιαλέγουρα (τα) = άχρηστα απομεινάρια, τα υπολείμματα. Συνήθης φράση: Επήρες εσύ τα καλά καλά δεντράκια και μου άφηκες εμένα τα αποδιαλέγουρα

διαμηνύω, μηνύω = στέλνω μήνυμα, ειδοποιώ

διανεύγω, διανεύω = κάνω νόημα, γνέφω με τα χέρια ή ανοιγοκλείνω τα μάτια

διανοούμαι, διανογούμαι = φαντάζομαι, νοιώθω, καταλαβαίνω, πιάνω το νόημα. Συνήθης φράση: Μα το διανογάσαι λέει, να πάει κι αυτός να λείπει;

διαντερίζω = διακρίνω, αντικρίζω

διαντσέτο, γιαντσέτο, διαντσίτο (το) = το λουλούδι υάκινθος, (ιταλ giancino)

διανυρίζω, διαντερίζω διαντηρίζω, (δια+ντηρω) = έχω μειωμένη όραση (για ανθρώπους) ίσα που βλέπω, βλέπω αμυδρά, βλέπω ελάχιστα. (Για φωτεινές πηγές) – ίσα που φωτίζουν. Συνήθεις φράσεις: Δε φέγγω κακονίζικα, και ίσα που διανυρίζω να θορώ μόνο μόνο τα κοπέλια. Ή: Δώσε δύναμη τση λάμπας ,γιατί ίσα που διανυρίζει…

διάξες (οι) = τρόποι διεξαγωγής, πράξεις, ενέργειες

διάονε = διάολε. Συνήθης φράση: Ω διάονε κι α δεν έρθει, δέ θα τα βάψω και μαύρα! Που διάονε πάτε; Ω διάονε! – σκασίλα μου

διαρμίζομαι, διαρμίζω = συγυρίζω, καθαρίζω το σπίτι, αδειάζω το χώρο από τα άχρηστα. Συνήθης φράση: Πάλι αδιάρμιστα άφηκες το σπίτι; Να μου διαρμιστείτε από παδά = να μου αδειάσετε τη γωνιά, να εξαφανιστείτε

διάσελο (το) = στενή φυσική διάβαση μεταξύ δύο ράχεων

διάτα (η) = διαταγή

διαφεντεύω, διαφεντεύω = περιποιούμαι, φιλοξενώ, προστατεύω, εξουσιάζω

διάφορο (το) = το αποτέλεσμα, το εμπορικό κέρδος. Συνήθης φράση: Στην υγειά σας, καλά διάφορα τσι κόπους σας…

διάχνω, διάγω = φτιάχνω, πράττω, ενεργώ, συμπεριφέρομαι, μου κόβει να κάνω κάτι. Συνήθης φράση: Θα ιδώ ηντα θα κάμω, ως μου διώξει. Μού διωξε ( ή μού ‘διαξε) και πήγα και τα πούλησα

διγαβρές, λιγαβρές (ο) = λύτη, έγνοια. Συνήθης φράση: Παράτα με, που θά’χω συνέχεια το διγαβρέ σου

δίδω κούτελο = συναντιέμαι πρόσωπο με πρόσωπο

δικάζω = τιμωρώ. Συνήθεις φράσεις: Εδίκασέ με η μοίρα μου να μη ιδώ θεού πρόσωπο!. Ή: Να σε δικάσω θέλω γω ετσά που κατέχω μονό έννοια σου!

δίκαια μεσάνυχτα = περασμένα μεσάνυχτα, μεσονύκτιο

δικάμε = αρκεί πού, φτάνει με. Συνήθης φράση: Δικάμε η κούρασή μου και μου θες να σου πω και παραμύθια

δικολογιά (η) = το συγγένιο

δικός = ο εδικός, ο συγγενής. Συνήθης φράση: Μά ποιος σού ‘βγάλε το μάτι; Ο δικός σου; Α για αυτό στο ‘βγαλε ετσά βαθιά!

δικουρτούνται = συναντιόνται, διασταυρώνονται

διμουρεύω -ομαι = δείχνω δύο πρόσωπα σε κάποιο, το καλό και το κακό, κατηγορώ κάποιο που τά’χω καλά πίσω από την πλάτη του

διμουριά (η) = υποκρισία

δίμουρος-η-ο = διπρόσωπος

διπλοκουταλάτος = αυτός που έχει διπλή και μεγάλη πλάτη

δισάκι, βουργιάλι (το) = σακίδιο. Συνήθης φράση: Βάνω το δισάκι μου στον ώμο, παίρνω ομπρός το δρόμο και δίδω των αμαθιών μου

δισκίαμος (ο) = ένα άγριο φυτό με λουλούδια σαν καμπανάκια, (solanoceae Hyoscyamua)

διχάλα (η) = το σκαλιστήρι με δύο δόντια από τη μια μεριά, ένα μακρύ ξύλο με σχήμα V στην άκρη, ο δρόμος που πάει σε δύο σημεία

διχαλώνω = παραστρατίζω, λοξοδρομώ, ξεστρατίζω, χωρίζω στα δύο. Συνήθης φράση: Να στρίψεις θες δεξιά εκεί που διχαλώνει ο δρόμος

δίχτυ (το) = συρματόπλεγμα, κοτετσόσυρμα. Συνήθης φράση: Επήγα σήμερο και ήβανα δίχτυ γύρου γύρου στο περβόλι

διώμα (το) = καλή εξωτερική παράσταση, ο ευγενής στην όψη

διωματάρης = κομψός, χαριτωμένος

διώχνει μου (αρχ: δοκεί μοι) = αποφασίζω τι να κάνω. Συνήθης φράση: Θα ιδώ αμα ν- έρθω ηντα θα κάμω, ως μου διώξει ίσαμε ετοτεσάς

δοξάρι (το) = το τόξο της λύρας ή του βιολιού

δοξεύγω, δοξεύω = τοξεύω, τραυματίζω δια τόξου (από το δοξάρι)

δούδω = δίνω

δρακόνα (η), δρακόνι (το) = σμύρδα, πέτρα που ακονίζουμε με νερό ή λάδι

δραμπούσκος (ο) = τραμπούκος, νταής, άγριος άνθρωπος

δραπάνι (το) = το δρεπάνι, δράπανο, θεριστικό κυρτό μεταλλικό εργαλείο

δραπέτι = ξινό. Συνήθης φράση: αυτό είναι ξύδι-δραπέτι (πάρα πολύ ξινό)

δριγιάς = δρυς, βελανιδιά. Συνήθης φράση: Ετονά το ξύλο είναι δριγιάς, για αυτό έχει δυνατή φωθιά

δριμώνω = δυναμώνω. Συνήθης μια παλιά φράση: Η Πέμπτη κόβει τη βροχή, κι η  Παρασκή το χιόνι. και το Σαββ-κο για κόβει για δριμώνει

δρομώνω = φεύγω, φρύγω τρέχοντας. Συνήθεις φράσεις: Πάλι θα  μου δρομώσεις, και δε κάθεσαι μηδέ να φας; (φεύγεις) Ή: Ισα με να ιδεί πώς έρχεται ο άθρωπος απού ‘χε τα σταφύλια, εδρόμωσε εκείνος! (έφυγε τρέχοντας)

δροσά, πράμα, ελέσι = τίποτα. Συνήθης φράση: Δε κατάλαβα δροσά, μονό ξαναπέτα από την αρχή!

Δροσοποτούλα (η) = πρωινή δροσιά. Συνήθη φράση: Όποιος κοιμάται το πρωί, και τη δροσούλα, σηκώνεται αργά ταχιά και βρίχνει μιά

δρουβάς, ντρουβάς, ντορβάς (ο) = ειδικό ταγάρι που κρέμαγαν στο λαιμό των μεγαλύτερων ζώων με τροφή, ταγή, κριθάρι, ρόβι κλπ . Όταν τα ζώα έκαναν δουλειές τότε δεν είχαν μόνο άχυρο το βράδυ, αλλά και εκλεκτή τροφή να τους δώσει δυνάμεις

δυνάζομαι, αποδυνάζομαι = δύναμαι, πασχίζω, μπορώ, κατορθώνω

δυσκός (ο) = δυτικός άνεμος. Συνήθης φράση: Να πάμε θέμε σήμερο στο αλώνι απου σκώθηκε δυσκός, να ΄λωνέψωμε τα κουκιά.