Ε

ε κιαμέ = μπα, δεν νομίζω, ε όχι δα

ε τουλόγου σου, τουλόγου σου, ελόγου σου = εσύ, εσύ ο ίδιος, ο απατός σου, η αφεδιά σου

εβάρηκα = εχτύπησα

εβγανιά, βγανιά (η) = συκοφαντία

εγανάχτησα = αγανάκτησα, εζορίστηκα, κατέβαλα μεγάλη προσπάθεια. Συνήθης φράση: Εγανάχτησα να κουβαλήσω με τα πόδια τρείς τσάντες γεμάτες

έγγαλα (τα) = τα γαλακτοφόρα γιδοπρόβατα

εγιουρουντήξανε = όρμησαν. Συνήθης φράση: Εγιουρουντήξανε τ’ οχθρού

έγκαλο (το) = αρνί η κατσίκι που γέννησε και  μπήκε στη παραγωγή γάλακτος

έγκαψα = έφυγα , έγειρα. Συνήθης φράση: Έσπασε ο γάιδαρος τη λαιμουδαριά και έγκαψε προς τα κάτω

έγνοια (η) = φροντίδα. έχω έγνοια = έχω το νου μου. Συνήθης φράση: Εχε την έγνοια στο τσικάλι, να μη τσικνώσει το φαί. Ή: Να σε σάσω θέλω γω μόνο έγνοια σου

εγνοιανός, εννοιανός, γνοιανός (ο) = σοβαρός , σπουδαίος (Πολλά ‘γνοιανά μου φέρνει) συλλογισμένος, ανήσυχος (χαρά πολλή σ’ έτοιο γνοιανό τα μέλη ντου γρηκούσι), συμφορά (το ‘γνοιανό που με κινά και κλαίω)  Νέο (μαντατοφόρος εγνοιανός και προξενήτρα εγίνει)

έγνωσα = ξύπνησα

εγούγια, εγόι, ουαί = αλίμονο. Συνήθης φράση: Εγούγια ντου τ’ αμοναχού, και στο φαί ντου ακόμα. Η: Ουέ κι αλίμονό σου μαύρο κακομοίρη ανέ σε πιάσω

εδά (αρχ. ήδη) = τώρα

εδέ = ιδέ, κοίτα, πώ πώ. Συνήθη φράση: Εδέ κακομοίρη τα χάλια σου

εδέτδι = έτσι δά

εδιαδά, ιδιαεδά, ιδιαδά, εδαέ, ιδιαδαέ = αυτή τη στιγμή, τώρα αμέσως

εδιακε, ιδιακέ, ιδιαδεκέ = εκεί ακριβώς. Συνήθης φράση: Ιδιαδεκέ τον είδα το λαγό

εδικολογιά, δικολογιά (η) = συγγένεια

εζημιά (η) = ζημιά

εθάρρου (να) = ε νόμιζα

είναι κακός = αργοπεθαίνει, ψυχομαχεί. Συνήθης φράση: Ήκουσα πως ο Χαραλάμπης είναι κακός και τον περιμένουνε – Έμαθα πως ο Χαραλάμπης είναι στα τελευταία του, και περιμένουνε να πεθάνει

είντα τση φαίνεται = τι έχει, τι της γίνεται. Συνήθεις φράσεις: Αυτή δε κατέχει ήντα τσι φαίνεται. – Αυτή δε ξέρει τί της γίνεται Η: Δε κατέχω ήντα τσι φαίνεται και δε μου μιλεί. – Δε γνωρίζω τι έχει και δε μου μιλεί. ‘Η: κουμάντο θα μου κάνεις συνέχεια; Ήντα σου φαίνεται; – Κουμάντο θα μου κάνεις συνεχώς; τί νομίζεις;

εκακουργήγανε = εκακοφορμίσανε, εμολυνθήκανε

έκαμαν χωργιό = εταχτοποιήθηκαν, εσυννενοήθηκαν, τα βρήκαν. Συνήθης φράση: Άντε κυρά μου στο σπίτι σου, μα μεις δε κάνομε χωργιό

εκειά, εκειδά, εκειδέ, εκέ, κέ, κει = εκεί, σε αυτό το σημείο. Συνήθης φράση: Πιάσε κέ το μαχαίρι να το κόψωμε

εκείνοσάς, εκιοσάς, εκείνουσας, εκείνηνά, εκείνονά, έκεινονέ = εκείνος -η -ο

έκοψα (τη τιμή) = παρέδωσα το προϊόν σε καθορισμένη τιμή (έκοψα το λάδι κλπ)

εκράθιε = εκράτει, ήταν παντρεμένη. Συνήθης φράση: Ε καλά, αυτή δεν είναι πού εκράθιε του Γιάννη τον αδερφό;

εκτάσσει με = προτίθεμαι, διανοούμαι τι

ελέισι = τίποτα, απολύτως τίποτα

ελεμές (ο) = παλιάνθρωπος

ελόστριψα = εστραμπούλιξα. Συνήθης φράση: Εκειά που σάλευγα επάτησα μια πέτρα και λόστριψε ο πόδας μου

εμαρμπής (ο) = επιτελής, έμπρακτος

εμεροξημερώνομαι = ξημεροβραδιάζομαι

εμιλιά (η) = ομιλία. Συνήθης φράση: Κάτσε μια ολιά να μου κάνεις παρέα, μονό μέρα νύχτα δε δρηκώ μνιάν εμιλιά

έμνωξα = ορκίστηκα

εμπασά, περασά (η) = πρόσβαση στο χωράφι, το δικαίωμα δρόμου στο χωράφι. (Η εμπασά στο χωράφι είτε κληρονομείται είτε εξαγοράζεται. Αν δεν υπάρχει δικαίωμα εμπασάς σε ένα χωράφι, τότε δεν δικαιούται να περάσει με όχημα, μπορεί μονάχα να περάσει από το χωράφι του άλλου, αν δεν έχει σπαρεί, μόνο με τερτράποδο μεταφορικό)

εμπάτε, μπάτε = μπήτε μέσα. Συνήθης γνωστή φράση: Εμπάτε σκύλοι αλέστε, κι αλεστικά μη δώσετε = μπείτε σκύλοι και πάρτε τα όλα

εμπατλίκι (το) = κατάκαρδα

εμπίτισε (νε) = τέλειωσε, χάθηκε, καταστράφηκε, πάει τέλειωσε ρ. μπιτίζω = τελειώνω, αποπερατώνω. Συνήθεις φράσεις: Αφού τό ‘χασες, άστο μά μπίτισε δά. Ή: Σά δε μπιτίζει καλή του την εξαλάμισες = Παρ’όλα αυτά, καλή του την έφερες. Ή: Εμπιτίσανε εκειανά απου κάτεχες (ετελειώσανε)

έμπος (το) = μια σκοτείνιασμα του ουρανού, σκοτεινός καιρός προμήνυμα βροχής, ομίχλη. Συνήθης φράση: Αντέστε πάμε να δρομώσωμε γιατί γίαε, ο καιρός είναι ένα έμπος

ένα φάε κι ένα πιέ = αχώριστοι, κολλητοί φίλοι. Συνήθης φράση: Ο Φανούργιος με το Γιώργη από κοπέλια ήτονε ένα φάε και ένα πιέ

ενάντιο (το) = το αντίθετο. Συνήθης φράση: Εγώ συμφωνώ με σένα δε λέω το ενάντιο

ένε, εί = είναι. Συνήθεις φράσεις: Εδά καιρός δεν ένε. Ή: Ας εί και ποθαμένος τονε βλαστημούνε

ένοιασε σε, έγνοιασε σε, ήγνοιασε σε = μην έχεις έγνοια, μη σε νοιάζει. Συνήθης φράση: Εγώ κατέχω ήντα θα τσι πω μόνο ένοιασε σε

ενομή σου, όνομή σου = για πάρτη σου, για χατίρι σου, για τι θεό. Συνήθεις φράσεις: Για ενομή σου γίνουνται ούλα τανά (για πάρτη σου).Ή: Άσε με για ονομή σου στην ησυχία μου, και ξάνοιγε τη δουλειά σου (για το θεό)

έντα (πλυθ) = νάτα, δές τα, ιδού. Συνήθης φράση: Ήντα ξανοίγεις αθο κειέ, έντα ετά στα πόδια σου είναι

εντάκαρα = άρχισα (ιταλ. attacore = αρχίζω) Συνήθης φράση: Εντάκαρά τονε στό ξύλο και του κώλου ισα με και ηστενε τα μάτι του νερό. (τον έδειρα) Ή: Εντάκαρε και βρέχει μόνο αντέστε να πα φύγομε (άρχισε). Ή: Εντάκαρά τονε για το χωράφι μπας και του το πουλήσω μα δε τον ε συβάζω (Του έκανα κουβέντα)

εντεψίζης (ο) = ο αναιδής, ο αθυρόστομος

έντος, έντη, έντηνε, έντο = νάτος –η -ο. Συνήθης φράση: Έντο μπρέ σύ, έπαέ ήτονε και δε τό ‘βριχνα

έντος, έντονε, έντη, έντηνα, έντο = νάτος -η -ο, ιδέ τον. Συνήθεις φράσεις: Έντονε τον ανεμαζωξάρη. Ή: Ιδέντονε το βγιόλο! που τα θέλει ούλα ετοιματζιδικα!

εξά, αξά (αρχ. Εξάζω, εξουσιάζω) = ησυχία, ανεξαρτησία εξουσία, δύναμη. Συνήθης φράση: Εμά! δεν έχω μπλιό την αξά μου μηδέ να περνώ από το χωράφι μου;

εξεταλαγιαστήκανε = διαταραχτήκανε, έχασαν την ησυχία τους, εξεσηκωθήκανε. Συνήθης φράση: Εξεταλαγιαστήκανε οι γ-όρθες και αγλακούσανε στη γειτονιά

εξετουρτούρωσα = επάγωσα από το κρύο

εξεφληθήκανε, εξοφληθήκανε = εχάθηκανε , χάθηκαν τα είδη. Συχνές φράσεις : Ήτονε μια βολά έπαδά πολλά δροσάπιδα, μα δα εξεφληθήκανε (δεν υπάρχει πλέον το είδος) Ή: Είχε επαδά γύρου γύρου πολύ ροδίκιο, μα δά εξοφλήθηκε (χάθηκε). Ή: Από ντα ν’ ήρθανε οι ξένοι επαδά και παλαγιαστήκανε τσί χοχλιούς, κοντεύουνε να εξοφληθούνε (λιγόστεψαν πολύ)

εξεχαβδούκιασε = εξεκάλεψε, προοδεύει

εξοδρινίζω = αποτελειώνω

επά και κεί = εδώ και εκεί

επαδά, επαδέ, επαέ, παέ, απά,  επά, πα = εδώ. Συνήθης φράση: Έλα πά να πιούμε μνιά

επαδαέ, επαδαά, εδεπά = εδώ ακριβώς. Συνήθης φράση: Οντε έχασα το τσαπράζι, ήκοβα χόρτα επαδαέ. (Σημείωση: Όταν σε μια λέξη έχει στο τέλος αά ή εέ , το τελευταίο γράμμα είναι βαρύ ουρανικόφωνο, και ακούγεται έντονα τονισμένο, σαν βήξιμο)

επάντηξα = εσυνάντησα

επαντώνιαρα = απόκαμα από την κούραση. (καμιά φορά το »επαντώνιαρα» το χρησιμοποιούν σε πείνα και κούραση μαζί)

επερριζωνάρω = συνδιαλέγομαι

επιτροπή ( η) = συνήθης επιτροπή που εξετάζει τους νέους πριν πάνε φαντάροι αν είναι ικανοί, ειδική στρατιωτική επιτροπή που εξετάζει τούς περιοδεύοντες νέους πριν το στρατό. Περνώ από επιτροπή = περνάω από περιοδεύων. Συνήθης φράση: Επέψανε του Μιχάλιού το χαρτί να περάσει λέι τον άλλο μήνα από επιτροπή

επογαλάνισε = έγινε κάτωχρος

επόδωκα = εκατάντησα

επόμεινε = απόμεινε, έμεινε. Συνήθης φράση: Ειδε τη κοπελιά και επόμεινε αποχασκούμενος. Ή: ο φέτος επόμεινε το κοπέλι στην ίδια τάξη

επορπάθιε = περπατούσε

εποφυλήρανε, εβασιλέψανε = εποχαθήκανε, εχαθήκανε από αρρώστια ή από γεράματα.  Συνήθεις φράσεις: Εποφυλήρανε τα μάθια ντου από τα γεράματα = εποχαθήκανε τα μάτια του από τα γεράματα

επόχτισα = τέλειωσα το χτίσιμο

εργατσάρης, κρυουλιάρης (ο) = αυτός που κρυώνει εύκολα

εργοστελιάζω = κατασκευάζω κάτι, επιδιορθώνω μια κατασκευή, ασχολούμαι να φτιάξω οτιδήποτε. Συνήθης φράση: Ήντα εργοστελιάζεις  ετά γείτονα; Κλούβα τω κουνελιό θα σάξεις;

εργώ = κρυώνω. Συνήθης φράση παροιμία: Άσκημα φόργιε και μην εργάς

ερεικόμελο (το) = το εξαιρετικό μέλι από τα άνθη των θάμνων τους ερείκους

ερείκους (τους) = θάμνοι που βγάζουν μωβ λουλούδια. Από αυτά βγαίνει το θρεπτικό ερεικόμελο, ρείκα

ερέχτηκα = λιμπίστηκα, μου αρέσει, έβαλα στο μάτι (ρ. ρέγομαι, αρχ ωρέγομαι). Συνήθης φράση: Δεν μας είπες δα Μανωλιό, δέν ερέχτηκες κιαμιά κοπελιά από το χωργιό μας;

ερίκους = κουκιά ( Α. Κρήτη)

ερίφνης, ερίφνικος (ο) = ευτελής, τιποτένιος (ουδ. ερίφνικα)

ερμίζω = ερημώ, αποκαθιστώ έρημο

έρμος (ο) = έρημος

ερχίνηξα = άρχισα

έρωντας (ο) = Α, το τσάι δίκταμον της Κρήτης. Β, έρωτας, αγαπητική διάθεση. (Ο έρωντας στην Κρήτη είχε την έννοια της αγαπητικής διάθεσης και όχι της ερωτικής πράξης, πολλές φορές μάλιστα και πλατωνικής αγάπης)

έσμιξη, εσμιγά, εσμιγιά (η) = συνάντησης, μείξης, γάμος

εσταφιδομαράζωσα = μαράζωσα από ντροπή

έσυρα, ήσυρα = τράβηξα, έπαθα πολλά. Συνήθης φράση: Έσυρα του Χριστού τα πάθη

έτζοι = νάτους, νάτες. Συνήθης φράση: Έτζοι και τσι ανεμαζωξάρηδες

ετός, έτηνά, ετό = αυτός αυτή αυτό. Συνήθης φράση: Ετός που θωρείς δέ κατέχει ηντά’ χει. Ή: Έτηνά απου θωρείς επέτυχε το πρώτο λαχείο

ετοσές, ετοσάς, τοσάς = αυτός εδώ, τούτος. Συνήθης φράση: Σε δύο πολέμους έλαβε μέρος ετοσάς απού θωρείς. Η: Τοσάς απού θωρείς δέ κατέχει ηντά ‘χει

ετοτεσάς = τότε

ετουλόγου σου, ελόγου σου, απατός σου = εσύ ο ίδιος, εσύ η ίδια, εσύ. Συνήθης φράση: Ετουλόγου σου είσαι που μόλαρες τα οσά στο χωράφι μου;

ετσά λοής, ετσά λογιώ = τέτοιου είδους, έτσι ακριβώς. Συνήθης φράση: Ετσά λοής δουλεύγεις εσύ;

ετσά που μέ λαλείς = έτσι που μου φέρεσαι. Συνήθης φράση: Ετσά πού με λαλείς δε θα μ’ έχεις σάικα πολύ καιρό

ετσά, ατσά, ετσέ, τσέ = έτσι. Συνήθης φράση: Και ήντα θαρρείς, ατσά λογιώ θα μάθεις γράμματα; Η: Πες του πώς ετσέ θα το κάμει για νά ‘χει επιτυχία. Η: Και τσέ καλό είναι

ετσέ και ετσέ , τσέ και τσέ = έτσι και έτσι, ούτε πολύ ούτε λίγο, καλούτσικα, αυτό κι αυτό. Συνήθεις φράσει: Με ρώτηξε πώς τα πάω στα γράμματα και τού ‘πα: »ετσέ και ετσέ». Ή: Άμα θα πας να τον-ε βρεις, πέ του: ετσέ και ετσε». ΄Η: » τσέ και  τσέ» πέ του, ά δέ συμφωνεί ξα του

εύγες (οι) = καλοκαιρινές μέρες, καλός καιρός

εύγορο = αυτό που έχε καλή θέα. (Μεταφορικά είναι και η φροντίδα, το ενδιαφέρον, και αυτό το μαρτυρεί η παρακάτω λαϊκή φράση: Ο ξένος κι αν σε χαίρεται, ογλήγορα σ’ αρνάται, μα ο καημένος ο εδικός στο εύγορο κοιμάται. Δηλαδή, ο ξένος μπορεί να σε απαρνηθεί, μα το μυαλό του δικού σου ανθρώπου, η καρδιά και η ψυχή του, είναι κάπου ψηλά νοερά και ξαγρυπνά για τον άνθρωπό του)

ευκή (η) = ευχή

ευταξούσιος –η -ο = υπεύθυνος, ανεξάρτητος

ευτοί = αυτοί

ευτού = εκεί. Συνήθης φράση: Ευτού πού κάθεσαι είναι

ευτούνε φτού = αυτό εκεί. Συνήθης φράση: πιάσε μου αυτούνε φτού απο τά απ΄τη παρασθιά = πιάσε μου αυτό εκεί από εκεί από τη παραστιά (τζάκι)

εφέντης , αφέντης, επιδέλοιπα, αποδέλοιπα (τα) = τα υπόλοιπα

εχαβδούκιασε = εμάζεψε και εμαράθηκε, πάει να ξεραθεί

εχάντου, εχάντουνα = εθάρρου, εθάρρουνα, ενόμιζα (ρήμα χαντώ = νομίζω)

έχερη (η) = η χειρολαβή του αλετριού

έχη (τα) = τα πλούτη, όλα τα υπάρχοντα και περιουσιακά στοιχεία

έχνος = ζωντανό, έχνη – τα οικόσιτα ζώα του σπιτιού, αλλά και γενικά όλα τα ζωντανά της φύσης. Μτφ. ο τελείως αγράμματος και αμόρφωτος άνθρωπος. Συνήθεις φράσεις: Ασε, αυτόνε θα πέψεις να του μιλήσει, αυτός είναι έχνος. Ή: Δεν είναι επαέ το κοπέλι, ήπεψά το στα έχνη. Ή: Εφάγανε οι ζουρίδες δυο όρθες, ο θειός να σε ξεμιστεύγει από τέθεια έχνη

εχταγή (η) = έντονη επιθυμία

έχω το νου ντοντίνι = τα έχω τετρακόσια. Συνήθης φράση: άμε στο παζάρι να βρεις να ‘γοράσεις ένα καλό γάιδαρο, μα νά’χεις το νου σου ντοντίνι να μη σε γελάσουνε. Η: Να ‘χεις το νούσου ντοντίνι μη περάσει το λεωφορείο

έω = έχω. Συνήθης φράση: Θα ιδώ, κι αν έω πολλά θα σου δώσω