Γ

γαβρώνω = παθαίνω αγκύλωση των αρθρώσεων, πιάνομαι. (Ο κρητικός συνήθως λέει πως εγάβρωκε, ή εγαβρώκανε τα χέρια ή τα πόδια του, του από πολλές αιτίες. Από το πολύ καθισιό, από πολλή δουλειά, ακόμα κι απ το κρύο. Υπάρχει και ο όρκος ή η κατάρα σχετικά με το γαβρώνω. »Ε που να γαβρώσουνε τα χέργια απού μου κόψανε τα φρίγγια στο περβόλι. Ή: Να γαβρώσω σε ούλο μου το κορμί ανέ σου λέω ψώματα

γαζέπι (το) = οργή, θεομηνία. Συχνή κατάρα »να σούρθεi γαζέπι»

γαϊτανάκι (το) = γαμψό μεγάλο μαχαίρι ζωσμένο στη μέση

γαϊτάνι (το) = πλεχτό κορδόνι, συνήθως πλεγμένο με τρεις μεταξωτές κλωστές. (Λέξη αγαπημένη στους ποιητές και που αρέσκονται να την χρησιμοποιούν σαν πρώτο συνθετικό, γαιτανόφρυδη, γαιτανοπλεμένη κλπ

γαλανίζω = ασπρίζω. Αρχίζω να έχω μια όψη προς το λευκό. Αρχίζω να έχω το χρώμα του ουρανού

γαλανός -η -ο = άσπρος, κάτωχρος. (Η λέξη »γαλανός» χρησιμοποιείται συχνά για να δηλώσει το ανοιχτό χρώμα, αλλά που δεν είναι ακριβώς λευκό. Γαλανό είναι και το χρώμα του ουρανού, που είναι σιέλ προς το άσπρο. Η γαλανή αίγα που ασπρίζει. Ενώ τα γαλανά μάτια είναι τα μάτια σε ανοιχτή απόχρωση σαν του ουρανού. Επίσης γαλανός είναι και εκείνος που έχει ασπρίσει. Όταν λέμε πως αυτός επογαλάνισε, σημαίνει άσπρισε πολύ και χλώμιασε)

γαλαστιβίδες (οι) = θάμνοι αγκαθωτοί

γαλιμίδι (το) = το τυφλό έντερο

γαλυφίσματα (τα) = κολακείες

γαμηλιώτες (οι) = οι καλεσμένοι του γάμου. (Όλοι οι καλεσμένοι στο γάμο και οι συγγενείς από το χωριό του γαμπρού αλλά και φίλοι και συγγενείς από τα άλλα χωριά, είναι οι γαμηλιώτες)

γαμπαδιασμένος -η -ο = κατσιασμένος, καχεκτικός, υποανάπτυκτος κυρίως λόγω ψύχους. Συνήθης φράση: Από τσι παγωνιές εγαμπαδιάσανε τα μαρουλάκια και ετσα απού τα βάλαμε επομείνανε

γαμπάς (ο) = η χλαίνη, κάπα, το καπότο

γάργαλα (τα) = ραδιουργίες, σκανδαλιές, φιτιλιές. Συνήθης φράση: μη βάνεις γάργαλα= μη βάζεις φιτιλιές

γαργερός -η -ο = ακάθαρτος, ρυπαρός

γαργιώνω = λερώνω

γαστρί (το), γάστρα (η) = γλάστρα, πήλινο δοχείο που βάζουν τροφή ή νερό για τα ζώα. (Στα χωριά για νερό ή τροφή των ζώων, είχαν είτε σκαλιστές πέτρες σε κυκλικό ή παραλληλόγραμμο σχήμα, αλλά και σε πήλινα δοχεία ακόμα και σπασμένα πιθαράκια που σώθηκε μονάχα ο πάτος

γατέω = κατέχω, γνωρίζω

γδίκηα (τα) = εκδικήσεις

γδικηώμαι = εκδικούμαι

γειαίνω = (σαν παθητικό) – γίνομαι καλά, υγιαίνω, θεραπεύομαι, (σαν ενεργητικό) = γιατρεύω, θεραπεύω, κάνω καλά κάποιον με φάρμακα

γείς = ένας. Συνήθης φράση: να τα πείτε ο γείς τ ‘αλλού

γελοχάχαρα, γελοχαχανίσματα (τα) = γέλια με λόγια ανακατεμένα, τρανταχτά γέλια

γελοχαχαρίζω = χαμογελώ, γελώ και μιλώ ταυτόχρονα έτσι που να μην ξεχωρίζουν

γέμι (το) = γεύμα, κριθάρι για άλογα

γερά – γερά = τάκα τάκα, γρήγορα γρήγορα

γέρα (τα) = τα γεράματα

γέρνω, γείρω = πηγαίνω (εγείρανε αθό ντο βουνό) κατευθύνομαι (εγείρανε άλλη μπάντα), τραβώ προς μία κατεύθυνση (προς τα πού θα γείρομε σήμερο;) κλίνω, είμαι της γνώμης, (εγώ γέρνω προς τη πλευρά τη δικιά σου) κλείνω προς μία πλευρά (ο καμπανός γέρνει, το σαμάρι γέρνει)

γεροντικά (τα) = οι γεροντικές συντάξεις

γεροντομοίρι (το) = το μερίδιο της πατρικής περιουσίας

γεροντόπρινος (ο) = ο πολύ γέρος άλλα που βαστάνε τα κότσια του

γηθειά (η) = βασκανία, η ευχή για ξεμάτιασμα ή για εξάλειψη σε κάτι βλαβερό. (Οι γηθιές στην Κρήτη ήταν πολλές, από εξάλειψη μυρμηγκιάς, το γνωστό σπυρί του δέρματος, μέχρι εξάλειψη μυρμηγκιών, ποντικών, φιδιών σκορπιών κλπ)

γητεύγω, γητεύω = θεραπεύω το μάτιασμα. Διαβάζοντας μια ειδική ευχή εξαφανίζω κάποια πράγματα ή θεραπεύω κάποιες αρρώστιες

γιά = γιατί; ( για δεν ήρθε;), γιατί, διότι (πες μου για δε ξέρω, πήγα εγώ για δεν ήρθες εσύ; για έτσι πρέπει να γίνει), για αυτό (για και εγώ δεν σου τη δίνω), άντε (για δίνε του) δια (για φαντάσου), προς (για που το ‘βαλες;

για; μαγία; = για να δω, (μαγιά το; = δείξε μου το), έχουν την έννοια, κάνε έτσι να το δω, μα πού ν’ το; δείξε μου το

γιαγέρνω, γιαέρνω, γαέρνω = επιστρέφω, επανέρχομαι (από το μεσαιωνικό διεγείρω)

γιαγκιλίκι (το) = μαντίλι έρωτας, ερωτικό πάθος, ζήλεια

γιάε, γιάδε = ιδού, ορίστε πχ. (γιάε ο αίτιος), κοιτάχτε πχ. (γιάε κοπέλια, από παέ και πέρα) για κοίτα, πχ. (γιάε ένα ομορφονιό), πρόσεξε πχ. (γιάε, ανε πας θα σου επιτεθεί)

γιαερμός (ο) = η επιστροφή

γιαλιά (η) = παραλία , ο γιαλός, χειμαδιό χαμηλά στα πεδινά

γιαλιθιανός (ο) = κάτοικος σε παραθαλάσσια περιοχή

γιαμάκια (τα) = τσιράκια, βοηθοί

γιαμνιάς, γιαμνια = αμέσως, με μιας, γρήγορα

γιάντα, γιάειντα = γιατί;

γιαραντίζω = δημιουργώ

γιαραπής, γιαραμπής (ο) = ο θεός

γιασμάς (ο), γιασμάκι, γιασουμάκι (το) = λεπτό γυναικείο ύφασμα κεφαλής, καλύπτρα της κεφαλής ή και του προσώπου

γιασουμάκι (το) = ιδέ γιασμάκι

γιατάκι (το) = στρώμα, κλίνη

γιατρικούλεμα (το) = κυρίως η εμπειρική θεραπεία με πρακτικά φάρμακα

γιάτσος (ο) = παγετός, κράι, πρωινή πάχνη

γιαύτως = για αυτό, για τούτο

γιαχουντής, γιαουντής, γιαβουντής, λιαουντής (ο) = σκωπτικά ο Εβραίος

γίβεντα (τα) = οι πομπές, οι ντροπές , τά έσχη, αλλά και απλές ανοησίες. Συνήθης φράση: Ηντά νε τανά τα γίβεντα πού κάνεις;

γιβεντίζομαι, ξεγιβεντίζομαι = διαπομπεύομαι, καταισχύνομαι

γιβεντίξω, ξεγιβεντίζω = προσβάλλω κάποιον κατάμουτρα ξεμασκαρώνω

γινωμένος, γκινωμένος -η -ο = Α. Αυτό πού έχει ωριμάσει Β. Αυτό που ήδη έχει γίνει, έχει φτιαχτεί

γινώνομαι, γκινώνομαι = ωριμάζω

γιοργαλίδικός -η -ο = το γιοργαλίδικο βάδισμα το ζώου που τρέχει ομαλά χωρίς να κουράζει

γιοργάς, γιοργά = το στρωτό βάδισμα των ίππων

γιορντάνι, γιορντανιλίκι (το) = Α. κόσμημα λαιμού Β. περιλαίμιο ζώου

γιορντανιλής (ο) = αυτός που είναι στολισμένος με γιορντάνια, ναζιάρης, πλούσιος

γιούπηδες (οι) ή λούπηδες = γύπες

γιουρουντώ -ίζω = ορμώ, επιτίθεμαι απότομα και με δύναμη, (φράση: εγιουρουντίξανε τ’ οχθρού)

γιουρούσι (το) = επίθεση, έφοδος (λέξεις Τουρκική)

γιτσικά, ιτσικά (τα) = γιδοκάτσικα

γκανίζω = γκαρίζω

γκαργκανιάζει = μια πληγή όταν κάνει κάκαδο, όταν μαζεύει και ξηραίνεται

γκαρεμένος -η -ο = δοχείο που δεν είναι για χρήση γιατί είναι ήδη γεμάτο

γκαρεύγω, γκαρεύω = έχω γεμάτο το δοχείο (λεκάνη, κουβά) και δεν μπορώ να το χρησιμοποιήσω

γκαρικοί (οι) = εργασίες χωρίς πληρωμή

γκερντανές (ο) = ειδικός μεταλλικός περιστρεφόμενος χαλκάς, ο ειδικός χαλκάς που πρέπει απαραιτήτως να μπει σε κάθε σχοινί που δένουν τα ζώα για να μη στρίβει το σχοινί και κόβεται, (ο γκερντανές είναι δύο ενωμένα μεταλλικά δαχτυλίδια με δυνατότητα περιστροφής, δεν αφήνει να καταστραφεί το σχοινί αν το ζώο το περιστρέφεται, διότι εξουδετερώνει τις στροφές, μπαίνει συνήθως κοντά στο λαιμό όλων των ζώων)

γκιλότα, κιλότα (η) = κρητική βράκα, στολή κρητικής φορεσιάς η οποία ήταν φαρδιά στους γοφούς και στένευε από τα γόνατα και κάτω. (Η φορεσιά αυτή καταργήθηκε περί το 1970 – 1975)

γκινιάζω = πρωτοχρησιμοποιώ κάτι, πρωτοφοράω ένα ρούχο, πρωτοχρησιμοποιώ μια συσκευή κλπ (από το εγκαινιάζω)

γκιουλέττα (η) = μέρος που έβαζαν τα πολύτιμα πράγματα

γκουανό = λίπασμα (το λίπασμα πήρε την ονομασία από τη μάρκα »guano», η πρώτη που κυκλοφόρησε σε λίπασμα στην Κρήτη και σε πολλά μέρη επεκράτησε η μάρκα να έχει και την ονομασία λιπάσματος γενικά. Τα λιπάσματα τα έφερναν οι ενώσεις, και συνήθως έλεγαν τη φράση: Μήπως ήμαθες αν ήρθανε τα γκουανά; Δηλαδή τα λιπάσματα)

γκρίζω, αγκρίζω = Α. Ερεθίζω, πειράζω και κάνω να κλαίει, κυρίως ένα μικρό παιδί Β. Ο ερεθισμένος ερωτικά τράγος ή κριός που είναι έτοιμος να εκπληρώσει την αναπαραγωγή, λέμε ότι είναι αγκρισμένος

γκώνω = μπουχτίζω από τη γεύση του φαγητού, κάτι που με λιγώνει, κυρίως πολύ γλυκό

γλεντοκόπος (ο) = αυτός που συμμετάσχει ενεργά στη διασκέδαση

γλήγορα, ογλήγορα, ογλήγορις = γρήγορα

γλίνα (η) = χοιρινό λίπος, βούτυρο από χοιρινό. (Τα χρόνια που όλα τα σπίτια είχαν χοίρους για να τους σφάξουν τα Χριστούγεννα, η γλίνα παραγόταν ως εξής: Έκοβαν σε λουρίδες στενόμακρες το λίπος του χοίρου. Στη συνέχεια αφαιρούσαν την εξωτερική πέτσα, τις λεγόμενες »λουρίδες». Το λίπος που έμενε, το έκοβαν σε μικρά κομμάτια και το τσιγάριζαν στο μεγάλο καζάνι. Εκεί έφευγε το λίπος στο τέλος, και στο άδειαζαν στα δοχεία, σε πήλινες κουρούπες σε γαζοντενεκέδες κλπ. Ότι έμενε στο καζάνι ήταν οι λεγόμενες τσιγαρίδες)

γλοιανός, εγνοιανός (ο) = ο πλήρης φροντίδων και ιδιαίτερης μέριμνας. σοβαρός, σπουδαίος (Πολλά ‘γνοιανά μου φέρνει) συλλογισμένος, ανήσυχος (χαρά πολλή σ’ έτοιο γνοιανό τα μέλη ντου γρηκούσι), συμφορά (το ‘γνοιανό που με κινά και κλαίω) Νέο (μαντατοφόρος εγνοιανός και προξενήτρα εγίνει)

γλυκάδι (το) ή πλαισερό = Α μια μεμβράνη από λίπος που περιβάλλει τα τα εντόσθια του ζώου. Β το ξύδι

γλυκοσάλιση (η) = ομόνοια, ευτυχία, αρμονική ζωή, ευτυχία, καλοκάρδιση, ψυχική ευχαρίστηση. (Δίνεται σε ευχές: Εύχομαι στο ζευγάρι μας ο Θεός να δώσει, να έχει γλυκοσάλιση και να ριζοσκελώσει)

γλυτώνω = λυτρώνω, σώζω, συνήθη ευχή: ο Θεός να μας ε γλυτώνει

γλύω = γλυτώνω, σώζω

γνώθω = ξυπνώ και καταλαβαίνω, έχω καλή αντίληψη, γνωρίζω καλά, εννοώ, νοιώθω. Συνήθης φράση: Καλιά να γνώθεις παρά να μπώθεις

γνώρα (η) = γνωριμία, σύσταση, αναγνώριση. Συνήθης φράση: Και δέ μου λές, εδώκετε γνώρα με τον άθρωπο; (συστηθήκατε)

γνωστικός -η -ο = ο έξυπνος, ο έχων γνώσεις, ο έχων σωστή κρίση. Συνήθη φράση: Ελάτε κουζουλοί να φάτε του γνωστικού το βιός

γονικά (τα) = τα προερχόμενα από τους γονείς, η γονική περιουσία, χωράφια. Συνήθης φράση: Ο πατέρας μου με έδιωχνε απ’ τα γονικά μας, μα ας είν καλά η μάνα μου που του άλλαξε τα μυαλά και το πήρε πίσω

γούζομαι = σκούζω, γογγύζω, δυσανασχετώ, παραπονιέμαι, διαμαρτύρομαι. Συνήθης φράση ο στίχος από σατυρικό τραγούδι του Μουντάκη: Βρίχνει τον ένα γούζεται πως είν’ πολλή η δουλειά ντου, βρίχνει τον άλλο κι αγλακά να κάτσει στο καφά ντου

γούλα (η) = η καρδιά κυρίως από λάχανο, μαρούλι και άλλα τρυφερά χορταρικά

γουλίδι (το) = τεμάχιο, για τυρό ολόκληρο, ενίοτε όμως και η γουλιά, η ρουφηξιά. Συνήθεις φράσεις: Κόψε ένα καλό γουλίδι κρέας και πέψε το του παππού σου. (ένα μεγάλο τεμάχιο κρέατος) Ή: Ήδωκά του τρία καλά γουλίδια τυργιά μα το φιλότιμό ντου αυτηνού δε τό ‘δα. (τρία ολόκληρα τυριά) ‘Η: Από το ζόρε μου εκτέβασα ένα καλό γουλίδι ρακί κατά λάθος και το πέρασα για νερό! (μια καλή ρουφηξιά). Ή:Πιάσε εκιονέ το γουλίδι να σκεπάσεις το κρασί (τον μαγειρεμένο μεζέ)

γουλωτός -ο = άσπρος τρυφερός, συνήθως όταν το ραδίκι είναι χωμένο το μισό στο αφράτο χώμα έχει λευκό χρώμα και λέμε ότι είναι γουλωτό. Συνήθης φράση: Επήγα σήμερο και πέτυχα ροδίκιο, μα ήντα καλό και γουλωτό ήτανε, είχε άχερα ο τόπος και κάμανε κιόλας το χωράφι, και το ροδίκιο ήτανε χωσμένο το μισό στο χώμα, σα τα χιόνια άσπρο ήτονε)

γουμανό, μπουρμπουχάκι (το) = καλοαναθρεμμένο, παχουλό

γούργουθας, γουργούλα (η), αρόλιθος (ο) = φυσικό κοίλωμα βράχου, που συλλέγει νερό της βροχής. Το νερό αυτό αργότερα το πίνουν οι βοσκοί και τα ζώα

γουργούλα (η) = λίμνη

γούρνα (η) = πέτρινο σκαλιστό δοχείο ή πήλινο που βάζουν τροφή (στερεά ή υγρή) για τα ζώα, δοχείο νερού ζώων, μικρή λιμνούλα νερού, το πλυσταριό που πλένονται τα ρούχα. Συνήθεις φράσεις: Άνοιξε το λάστιχο να γεμίσεις τσι γούρνες των ορνιθώ. (τα δοχεία) Ή: Επαέ το νερό του ποταμού κάνει γούρνα και γέμισε τσί κανίστρες. (κάνει λακκούβα) Ή: Ζέστανε στο τσικάλι νερό και ρίξε το στη γούρνα να πλύνω δύο τρία ρούχα (στο πλυσταριό)

γουρνάλι (το) = μικρή γούρνα, φυσική ή τεχνητή γούρνα, σημείο που συσσωρεύεται το νερό

γουρνιάζει = το νερό πού μαζεύεται σε ένα κοίλωμα. Συνήθης φράση: Άμε να ιδείς που γουρνιάζει το νερό και δεν κατεβαίνει, πάρε και ένα σκαλιδάκι να το ξεγουρνιάσεις

γραίνω, γραίνομαι = βρέχω, βρέχομαι, υγραίνω, ποτίζω. Συνήθεις φράσεις: Έλα επαέ να πεις μνιά να γράνεις το λαιμό σου. (να υγράνεις, να δροσερέψεις)  Ή: Άμε να πάς να τα ποτίσεις μα μη ξανοίγεις πολλά πράματα, γράνε τα μόνο μόνο ίσα για ζωή κι άλλη φορά τα καλοποτίζεις. (πότισέ τα λίγο) Ή: Εγραθήκανε κακομοίρη τα ρούχα σου μονό βγάλε τα να στεγνώξουν (βραχήκανε)

γραμμή (η) = στη σειρά. Συνήθης φράση: Ήβαλά τσι στη γραμμή πεντέξε αργουλίδους, μα ο ένας μου βγήκε απόξω γιατί ήτανε ο δάμακας

γραντίζω, γραντώ = βρίσκω τον μπελά μου, πέφτω σε συμφορά, απαυδώ, εξαντλούμαι από μεγάλη ταλαιπωρία η μπλέξιμο, αρρωσταίνω, μπλέκω σε δυσάρεστες καταστάσεις. Συνήθεις φράσει: Ήμπλεξα και γράντισα μετά όνομή σου. Ή: Δέ παρετά αυτός ο άθρωπος α δε με γραντίσει στην υστεργιά δε παρετά

γραφές μαζώνει = είναι ετοιμοθάνατος. Συνήθης φράση: Άστονε αυτόνε , μα εδά τελευταία γραφές μαζώνει, και τα ψωμιά ντου είναι λίγα

γρηκώ, δρηκώ, αγρηκώ, γρηκίζω = ακούω, εννοώ, μαθαίνω, καταλαβαίνω, αισθάνομαι, νοιώθω, μυρίζομαι, οσφραίνομαι, πληροφορούμαι. Συνήθεις φράσεις: Γρηκώ πατήματα (βήματα) έρχουνται σάικα (ακούω) .Ή: Εγώ του τα αρμηνεύγω  του κοπελιού ούλα τανα, μα γρηκά μου; (με υπακούει;). Ή: Εγώ γρηκώ πως μουδέ στο χωργιό του δε θα τονε ψηφίσουνε (μαθαίνω, πληροφορούμαι). Ή: Γρηκάτε μρε ήντα λέει εκειοσές ο άθρωπος αν είναι στα καλά του (ακούτε)

γρίτσου-ξίσου, γρύ και ξύ, ξύ-ξύ, ξύ καί ξύ, γρίτ και ψίτ = δηλώνει επιμονή και πείσμα κάποιου να ενοχλεί ή να επιμένει σε εκνευρισμό του άλλου, δέν παρετά άν δε φάει ξύλο. Συνήθης φράση: διώχνω το σκύλο, κι εκείνος γρίτσου-ξύσου να΄ρχεται να ξεσκαλίζει τη βούργια

γρόμπος (ο) = εξόγκωμα, σκληρό σημείο του σώματος, λίπωμα. Συνήθης φράση: Ήδωκα μια κουτουλιά στην ελιά και ήκαμε ένα γρόμπο η κεφαλή μου σα τ΄αυγό

γρότα (η) = μικρό αδιέξοδο, στενάκι

γρουβίζω = αγριοφωνάζω, επιτίθεμαι φραστικά, αγριεύω

γρυ = τίποτα, Συνήθης φράση: Δε κατέχω γρυ από αριθμητική!

γρυλλίζω = ανοίγω διάπλατα τα μάτια, κοιτάζω με ορθάνοιχτα μάτια, φοβίζω κάποιον με τα ορθάνοιχτα μάτια

γρυλλώνω, ξαγρυλλώνω = κοιτάζω με ανοιχτά τα μάτια διάπλατα, κοιτάζω απογοητευμένος , συνήθη φράση: θα σου φάνε το φαΐ και σι θα γρυλλώνεις!

γυαλί (το) = πλην των άλλων το μπουκάλι

γύρος (ο) = στην άκρη μεριά. Συνήθεις φράσεις: Στο γύρο του δάμακα είναι η βούργια μόνο φέρε τηνε (στην άκρη στο χωράφι που αρχίζει κ γκρεμός) Κάνε στο γύρο να περάσω (κάνε στην άκρη) Ή: Στο γύρω γύρω του δρόμου ήφηκα ένα σακί ελιές, μονό πάρε το οντό θα περάσεις (στην άκρη άκρη)