Μ

μά = μαμά, μάνα. Συνήθης φράση: Ε μά!  έλα επαέ που σε θέλω

μα ίδια? = μα αλήθεια; μα έτσι;, σοβαρά; Συνήθης φράση: Μα ίδια? Και κοντό αλήθεια το λές;

μαγαούτο (το) = κυρτό μαχαίρι κοινής χρήσης

μαγάρι = μακάρι, είθε

μαγαρίζω-μαι = βρομίζω, λερώνω τον τόπο. Μτφ είμαι κακός και  δύστροπος άνθρωπος. Συνήθης φράση: Αστονε μωρέ μα αυτός μαγαρίζει όπου κι ανε τον αγγίξεις

μαγαρισά, μαγάριση (η), μαγάρισμα (το) = η βρωμιά αλλά και ο κακός άνθρωπος, τομάρι (πλυθ. μαγαρισές)

μαγγίρι ή μαγκίρι (το) = παλιό πρόχειρο φαγητό της φτωχολογιάς.  Γίνεται με φύλλο απο ζυμάρι κομμένο σε μικρά μικρά ρομβοειδή κομματάκια, τα μισά μπαίνουν στο τηγάνι με λάδι αλάτι να ξεροψηθούν, τα  άλλα μισά  βράζονται σε νερό, και μετά  τα τηγανητά αφού ξεροψηθούν, ρίχνονται  στο πιάτο  με τα βραστά μαζί  και ανακατεύονται.

μαγεργιά (τα) = διάφορα όσπρια μαζί ανακατεμένα, μαζί και στάρι και καλαμπόκι. Βράζονται μαζί σε νερό και τρώγονται με λάδολέμονο

μαγερικό (το) = μαγείρεμα

μαγεροψήματα (τα) = τα όσπρια

μαγιασίλι, (το), χαλιναράδες (οι) = παλιά αρρώστια των χειλέων όπου σκάγανε στις άκρες. Συνήθης η κατάρα: Επου να βγάλεις μαγιασίλι στη μπούκα

μαγκανίζω , μαγκώνω, μαγκουρώνω, μαχώνω = στριμώχνω-ομαι. συνήθης φράση: Εμαγκάνισε το χέρι μου στην πόρτα και κόντεψε να μου το κόψει. Ή: Εμαγκούρωσε το τρυπάνι στο τσιμέντο και δε βγαίνει

μαγκουρώνω, μαγκανίζω , μαγκώνω = στριμώχνω-ομαι. συνήθης φράση: Εμαγκάνισε το χέρι μου στην πόρτα και κόντεψε να μου το κόψει. Ή:Εμαγκούρωσε το τρυπάνι στο τσιμέντο και δε βγαίναι

μαγλατάς (ο) = απάτη, αθέτηση συμφωνηθέντων (Τουρκ. mugalata). Συνήθης φράση:  Ηβγαλέ μου πάλι σήμερο ένα μαγλατά ο συνέταιρος, δέ πάει λέει να πληρώσει το χρέος γιατί δέν έχει λεφτά

μαγλιδονίζω = φέρνω στα νερά  μου,  καλοπιάνω, προσπαθώ με τη πειθώ να καταφέρω κάτι.  Συνήθης φράση; Παράτα με μη με μαγλιδονίζεις μα δέν πάω σου λέω

μαγλινίζω = λειαίνω

μαγλινός-η-ο = εντελώς  λείος, απαλός, γυαλιστερός. Συνήθης φράση: Να μη κόβεις τσι  βρούβες που  είναι άγριες  που έχουν σάν τριχαλάκια, διάλεγε αυτές που είναι πχιά μαγλινές

μαγνάδι (το), μαγνιά (η) = ύφασμα λεπτό και αραιό

μαδάρα (η) = βουνό, ψηλή βραχώδης κορφή, άδενδρη βουνοκορφή

μαδαριά (η),  μαδαράκι (το) = ειδικό μικρό και μεγάλο καλούπι για τη μυζήθρα να παίρνει τη φόρμα του τυριού έως ότου πήξει

μαδούπα (η) = η μαδημένη. Συνήθης φράση: Αντε πίασε μου εκείνη νε την όρνιθα (κότα) τη μαδούπα και φέρε μου τηνε

μαζώνω (γραφές) = είμαι ετοιμοθάνατος. Συνήθης φράση: Αστον αυτόν, αυτός εδά ετσά που κατάντησε, γραφές μαζώνει

μαζώνω = μαζεύω. Συνήθης φράση: Σήμερο  θα πάμε να μαζώξομε ελιές

μάζωξη (η) = σύναξη

μαθιά (η) = ματιά

μαθώς = ασφαλώς, μαθές. Συνήθης φράση: Οπως  και να ‘ναι μαθώς  τα κοπέλια, δε παύει να ναι κοπέλια και δέ καταλαβαίνουνε.

μαϊμούνι (το) = η μαϊμού, μτφ, πονηρός, διάβολος,  απατεώνας,  συμφεροντολόγος,  κακός άνθρωπος. Συνήθης φράση: Ασε τονε μη ξαναπάς  να του δουλέψεις αφού δε σε πλέρώνει, μα  αυτός είναι μαϊμούνι τω μαϊμουνιώ

μαϊνάρω = ησυχάζω, γαληνεύω, κοπάζω

μαϊστράλι (το) = μτφ. ένα χέρι ξύλο

μαϊτάπι (το) = εμπαιγμός, ειρωνεία, κοροϊδία

μακατάς, μουκατάς(ο) = ο φόρος που είχαν επιβάλλει στους Έλληνες οι Τούρκοι

μακελάρης (ο) = σφαγέας

μακελεύω = σφάζω, κακοποιώ, σκοτώνω

μάκενα, φάμπρικα (η) = παλιό ελαιοτριβείο με χειροκίνητα συστήματα και τις πέτρες που  τις  γύρναγαν ζώα για να αλεστούν οι ελιές

μάκι, δαμάκι = λιγάκι

μακραίνω = φεύγω μακρυά, πάω στα ξένα

μακρής, μακρύφυλλος, μεγαλόφυλλος, μποιλής (ο) = πολύ ψηλός, μεγαλοκαμωμένος. Συνήθης φράση: Ο παππούς σου ο Μακρομιχάλης ήτονε ετόσονά μακρής, που  δέν ήβριχνε στο τζαγκάρη καλαπόδια να σάσει στιβάνια, και ήσασε μόνος του ένα ζευγάρι και τά ‘χε  στο σπίτι του

μακρύφυλλος, μεγαλόφυλλος, μακρής, μποιλής (ο) = πολύ ψηλός, μεγαλοκαμωμένος

μαλαγανιά (η) = καλόπιασμα, πονηριά

μαλάθρακας, λάθρακας (ο) = κακό σπυρί, καλόγερος

μαλάκα (η) = η φρέσκια μυζήθρα πριν μπει στο μαδαράκι για να γίνει με το καιρό τυρί. Τρώγεται αμέσως ζεστή με αλάτι ή ζάχαρη

μάλαμα = χρυσός, μτφ ο καλοπροαίρετος άνυρωπος

μαλάς (ο) = το μυστρί

μαλαστούπα (η) = τούφα πανιά ή κάναβη τυλιγμένα μεταξύ τους. Συνήθης φράση:  Πιάσε μιά μαλαστούπα πανιά να κλείσω τη τρύπα

μάλε βράσε = στο πί και φί, στην αναμπουμπούλα

μαλεβυζώτης (ο) = πολεμικός γρήγορος χορός τής Κρήτης, παρόμοιος με τον πεντοζάλη

μαλιά (η),  μαλιχουλές, μαλές, (ο) = καυγάς,  μάχη, τσακωμός, φασαρία,  φιλονικία, πόλεμος, (απο το μαλώνω)

μαλιχέρι (το) = μαχαίρι επι Τουρκοκρατίας, φονικό όργανο

μαλιχουλές, μαλές (ο)  μαλιά (η) = καυγάς,  μάχη, τσακωμός, φασαρία,  φιλονικία, πόλεμος, (απο το μαλώνω)

μαλοτήρα (η) = τσάι του βουνού, φύεται στον Ψηλορείτη

μάλτες (τα) = πορτοκάλια

μαμαδιώ, μαμαδιάζω = κακομεταχειρίζομαι

μαμούνα, καβρομαμούνα (η) = κυρίως ή κατσαρίδα, αλλα και παρόμοιο βλαβερό έντομο

μαμούνι (το) = μικρό  έντομο, ο αεικίνητος και ανεβάρετος και πολύ εργατικός άνθρωπος. Συνήθεις φράση: Ενα μαμούνι στη πλάτη σου, σκύψε να το βγάω. ‘Η:   Ο γιός σου απο ότι είδα είναι μαμούνι στη δουλιά! Ολη μέρα δέν είχε σταματημό.

μαμουντιές, μαμουντιγές (ο)  πλυθ. μαμουντιέδες = χρυσό νόμισμα 25 γροσίων, στολίδια με χρυσά κοσμήματα, είδος παλαιού κολιέ  (Τουρκ. mahmundiye)

μαμουρλούκι, μαχμουρλούκι (το) = δυσαρέσκεια, κακοκεφιά. Συνήθης φράση: Ηντά   ναι  δα το ΄να το μαμουρλούκι που σε κρατεί πρωί πρωί?

μαμουρλούσης,  μαχμουρλής (ο) = άτυχος,  δυστυχής, κακορίζικος, αλλά και κακόκεφος,  στραβοξυπνημένος, κακόκεφος, ανόρεξος  κατα το πρωινό ξύπνημα

μάνα (η) = το  πουλί στη  φωλιά που είναι έτοιμο να πετάξει. Συνήθης φράση: Θυμάσαι  τη πουλιτσά  με τα κοτσιφάλια που είχαμε βρεί? εδα μεγαλώσανε και γενήκανε μάνες, μονο να πάμε να τα πιάσομε

μανάρι (το) = τσεκούρι. μαναράκι (μικρό τσεκούρι), μανάρα (μεγάλο τσεκούρι)

μαναριές (οι) = τσεκουριές

μανδραγόρας (ο) = τοξικό φυτό σύνηθες σε Θεσσαλία, Κρήτη καί  νησιά. Είναι τοξικό αλλα και φαρμακευτικό φυτό, Οι πιό συνήθεις ονομασίες του είναι μανδραγούδα, μανδραγάτσα, καλάνθρωπος κλπ. Είναι φυτό εδάφους με  μώβ κίτρινα άνθη, πλατιά φύλλα  με κίτρινο καρπό με σπόρια σάν φράουλα. Είναι ιδιαίτερα αγαπητός στα κοράκια, και επειδή μοιάζουν πολύ με αυγά, λέγονται και »του κοράκου τα αυγά». Το φυτό γνωστό και απο τους αρχαίους, έχει ρίζα που μοιάζει με ομοίωμα ανθρώπου, και για αυτό έπλασαν διάφορους  μύθους, και το συσχέτισαν με πολλές δεισιδαιμονίες.

μανέλα (η) = μανιβέλα

μανέλια, μανίλια (τα) = βραχιόλια

μάνητα (η) = οργή, θυμός, ταραχή, νεύρα. Συνήθης φράση: Είχα μιά τόσηνα μάνητα. που ασπο λίγο να τον -ε χτυπήσω

μάνι μάνι, γερά γερά = γρήγορα γρήγορα, τάκα τάκα

μανίζω = κρατάω κακία, νευριάζω, θυμώνω, μαλώνω, απαγορεύω να γίνει. Συνήθης φράση: Μη μπαίνεις στο χωράφι γιατί ο γείτονας μανίζει και δε θέλει να μπαίνει κιανείς

μανισμένος-η-ο = νευριασμένος, θυμωμένος, εξοργισμένος

μανίτης, αμανίτης, ομανίτης (ο) = μανιτάρι

μανταίφι (το) = το πορτοφόλι (Σφακιά)

μάνταλος (ο) μάνταλο (το) = ο  ξύλινος ή μεταλλικός σύρτης της πόρτας

μανταλώνω, κλειδομανταλώνω = κλειδώνω, ασφαλίζω το σπίτι

μαντάρα = καταστροφή, υπο διάλυση . Συνήθης φράση: Ήπεσε  ένας κλάδος στο αυτοκίνητο και τό ‘καμε μαντάρα

μαντατεύω, μηνύω = διαμηνώ, ειδοποιώ

μαντάτο (το) = νέο, είδηση, μήνυμα

μαντιλίδα (η) = άγρια μαργαρίτα  της Κρήτης (υπάρχουν διάφορα είδη), Αγαπημένο  χορτάρι  των ζώων,  μπαίνει δε και σε σαλάτες

μαντινάδα (η) = μικρό ποίημα που σε  δύο μονάχα στίχους περιέχει  συμπυκνωμένο μεγάλο νόημα

μαντούρα, μπαντούρα (η), μαντούρι (το) μεσκλάμια (τα) = όστρακο μεγάλου σαλιγκαριού θάλασσας,  πρόχειρος αυλός απο καλάμι ή σφάκα(πικροδάφνη), μουσικό όργανο

μαντουράκι,  μαντούρι, μπαντούρι, χαμπιόλι,  θαμπιλιόλι σφυροχάμπιολο (το) = μικρός αυλός απο κάποιο όστρακο ή μικρό καλάμι που παίζει μουσικούς σκοπούς

μαντουρώ -ιζω = παίζω την μαντούρα.( ανάλογα, μαντουρίζει ο ταχυδρόμος ή ο αγροφύλακας κλπ =  φυσάει στον αυλό ενώ,  το αυτοκίνητο μαντουρίζει = κορνάρει)

μάντρα (η) = το μαντρί του βοσκού

μαντρατζής (ο) = ο υπεύθυνος της μάντρας

μαντρίζω = βάζω τα ζώα στο μαντρί ή στο στάβλο

μαντρωμένος-η-ο = περιορισμένος μέσα

μαξούλι (το) = καρπός της σοδειάς,  σοδειά αγροτικών ( φυτικών ή ζωικών) προϊόντων

μαραγκιώ = μαραίνομαι

μαρατζασμένος-η-ο = μαραμένος

μαργιόλης (ο) = πανούργος, πονηρός, μαλαγάνας,   παιγνιδιάρης. Συνήθης φράση ο στίχος παλιού παιδικού παραποιημένου ποιήματος: Φεγγαράκι μου λαμπρό, φέγγε μου να περπατώ, να μαθαίνω γράμματα, γράμματα σπουδάματα, να μαθαίνω μαργιολιές,  να φιλώ τσι κοπελιές

μαργιόλης, μαριόλης (ο) = πονηρός, παιγνιδιάρης,  πανούργος

μαργοτίδες, φοράδες (οι) = κρυοπαγήματα, οι κοκκινίλες σε ευαίσθητα σημεία, μπούτια  ή πόδια, όταν βρεθούν πολύ κοντά στη φωτιά. Συνήθης φράση: Μή σημώνεις κοντά στη παρασθιά γιατί θα βγάλεις μαργοτίδες

μαργώνω = ανατριχιάζει το δέρμα μου  από το κρύο, παγώνω, ξεπαγιάζω

μαριόλικα, μαργιόλικα (τα) = πονηρά, παραπλανητικά

μαριφέτι, μαραφέτι (το) = τέχνασμα, επιτηδειότητα, εργαλείο, αντικείμενο

μαρόλουπο (το) = το λάδι των μαλλιών των προβάτων. Τα τομάρια προβάτων για να φύγει το μαρόλουπο, τα βάζουν στο ζεστό νερό

μαρόπα (η), μάροπο (το) = χρονιάρικο πρόβατο

μαρουβάς (ο) = το δυνατό κρασί, το κρασί που άρχισε να παλιώνει και για αυτό άρχισε να γλυκίζει

μαρταγκωνιάζω = μένω υποανάπτυκτος. Συνήθης φράση: Εμαρταγκονιάσανε τα κρεμμύδια και δεν λένε να μεγαλώσουν

μαρτάρικα (τα) μαρταρές (οι) = τα πρόβατα

μαρτεύω, μαρτεύγω, σταβλίζω = αναθρέφω  αρνί μέχρι να γεννήσει

μαρτής (ο) = αρσενικό περίπου χρονιάρικο πρόβατο, το καλό πρόβατο

μαρτυρίκια (τα) = τα σταυρουδάκια που προσφέρει ο γονιός στην εκκλησία στούς καλεσμένους της βάφτισης

μασαούτης (ο) = Τούρκος

μασγάλια (τα) = ειδικές σχισμές στους τοίχους που χρησίμευαν σαν πολεμίστρες, τρύπες στου τοίχους σε οριζόντια ή σε μορφή ανάποδου »Τ»  όπου μπορούσαν να βλέπουν και να πυροβολούν τον εχθρό  με το όπλο, χωρίς  όμως να κινδυνεύουν να χτυπηθούν

μασε = μας. Συνήθης φράση: Είπε πως θα μασε φέρει και μας

μασκαρεύω-μαι = ντύνομαι μασκαράς. Μτφ. εμπαίζω-μαι, κοροϊδεύω, αστειεύομαι

μασούρι (το) = μικρό καλάμι που τυλίγεται η κλωστή

μασουρίζω = βάνω στο μασούρι κλωστή

μαστραπάς (ο) = χάλκινο κύπελλο, ποτήρι. (Τουρκ. mastrapa)

μασχαλοβύζα (η) = η έχουσα μεγάλα μαστάρια (γυναίκα ή ζώο)

ματζαδούρα (η) = ειδική  κατασκευή  που βάζουν την τροφή των ζώων, φάτνη  (παλιά ήταν από ξύλινα κασόνια ή αργότερα ένα βαρέλι χαμηλό

ματζακόνι (το) , ματζακονόπετρα (η) = ειδική σκληρή πέτρα για ακόνισμα

ματζέτα, ματζιέτα (η) = αγελάδα, νεαρή αγελάδα

ματζιπέτι (το) = πεζούλι, χτισμένο χαμηλό τοιχίο

ματζούνι (το) = μέλι με καρύδια, παλιά δινόταν στους γάμους από τον παπά στο ζευγάρι και στους κουμπάρους. Συνήθης φράση: Μα ματζούνια σε τάιζε η μάνα σου και γίνηκες ετσα κοπελάρα?

ματσαριά (η) = απομονωμένη, μοναχική

ματσιδιάζω = πιάνομαι  λόγω ακινησίας, μουδιάζω. Συνήθης φράση: Εματσίδιασα να κάθομαι ετοσηνά ώρα σε μια καρέκλα

ματσουκιά (η) = κονδυλώδες φυτό του αγρού, ασφεντυλιά

μαυρομάνικο (το) = κρητικό μαχαίρι με μαύρη λαβή

μαυροπετρίτης (ο) βαρβακίνα (η) = είδος γερακιού

μαχαιρίδα (η) = ένα όμορφο αγριολούλουδο της Άνοιξης, άγρια  γλαδιόλα

μαχαλάς (ο) = συνοικία (Τουρκ. mahalle)

μαχιαλλά = έκπληξη θαυμασμού, εύγε (Τουρκ. mahaallah)

μαχμουρλής, μαμουρλούσης (ο) = άτυχος,  δυστυχής, κακορίζικος, αλλά και κακόκεφος,  στραβό ξυπνημένος, κακόκεφος, ανόρεξος  κατα το πρωινό ξύπνημα. (Τουρκ. mahmurlu)

μαχώνω, μαγκανίζω , μαγκώνω, μαγκουρώνω, = στριμώχνω-ομαι. συνήθης φράση: Εμάχωσε το χέρι μου στην πόρτα και κόντεψε να μου το κόψει. Ή: Εμαγκούρωσε το τρυπάνι στο τσιμέντο και δε βγαίνει

με τινάσει = έχω ρίγος, πυρετό, με χτυπά το ρεύμα (με τίναξε το ρεύμα)

μεγαλόφυλλος, μακρύφυλλος, μακρής, μποιλής (ο) = πολύ ψηλός, μεγαλοκαμωμένος, μεγάλου αναστήματος

μειντάνι (το) = πλατεία, αγορά, μεγάλη επιφάνεια, πλατεία χωριού, ανοιχτό μέρος αλώνι, τοπικό ένδυμα, γιλέκο (Τουρκ.  meydan)

μελετώ = σκέφτομαι, φέρνω στο νου μου κάποιον, και μετά τον βλέπω και μπροστά μου . Συνήθης φράση: Εδά σε μελετούσαμε, και στο ντελόγο εμφανίστηκες!

μελιγκούνι (το), μελίτακας (ο) = μυρμήγκι

μελίζω = κομματιάζω, κυρίως κρέας. Συνήθης φράση: Κρέμασε το αρνί στο τσιγκέλι και μέλισέ το σε τέσσερα  κομμάτια

μεμέτης (ο) = ο έχων αλλαξοπιστήσει

μενεβίχι (το) = το χρώμα του λιβανιού

μενούζα (η) = το κοκορέτσι

μεντάτι, μιντέτι (το) = βοήθεια (Τουρκ. imidat)

μέντες (βγάζει) = δημιουργεί κακές καταστάσεις, μπλεξίματα, απρόβλεπτα προβλήματα. Συνήθης φράση:  Καλά τα πήγαμε ισα με δα, μη μου βγάνεις μέντες τη τελευταία στιγμή

μερακλής (ο) = άνθρωπος με μεράκι, κέφι γιά ζωή και για ότι κάνει,  γίνεται αγαπητός  γιατι δέν ενοχλεί κανένα

μερακλίκι (το) = μεράκι,  αγάπη σε όλα που ομορφαίνουν τη ζωή του και τη ζωή των άλλων

μεργιά, μεριά (τα) ατζές, ατζάρες (οι) = μηροί, μπούτια, αλλά και το μέρος. Συνήθεις φράσεις: Πιάσε το απο τα μεργιά το σφαχτό και κρέμασέ το στο τσιγκέλι. Ή: Πάρε το κουρούπι και κρέμασέ το από τη δεξιά μεργιά του σομαργιού που να θωρείς αμα ανοίξει το καπάκι

μεργιάζω = κάνω στην άκρη, παραμερίζω και τα δύο και περνώ ανάμεσα. Συνήθης φράση: Μέργιασε βράχε να διαβώ…

μερθιά (η) = μυρτιά

μεριά, μεργιά, μπάντα (η) = μέρος, πλευρά

μεροβίγλι (το) = Οι κλέφτες ξεκινώντας τη νύχτα για κλεψιά, κι όταν τους βρει η μέρα κρύβονται κάπου (ημέρα + βιγλίζω)

μέρτα (τα) = ο καρπός της μυρτιάς

μερτζανάχειλη (η) = αυτή που έχει σκληρά και κοραλλένια χείλη

μερτζόβολο (στο)  ή μεριζόβολο = στο αστείο στο καλαμπούρι. Συνήθης φράση: Καί όπως παραπατούσε μεθυσμένος, τονε πήρανε τα κοπέλια στο μερτζόβολο και δε τον αφήνανε σε ησυχία

μερτικό (το) = κλήρος, περιουσιακό δικαίωμα, μερίδα οικογενειακή

μερτσουβί = λιβάνι

μερχαμέντι, μεργαμέντι (το) = ευσπλαχνία , έλεος (Τουρκ. merhamet)

μερχαμετλής (ο) = ο οικτίρμων, αυτός που λυπάται

μερώνω = ημερεύω

μεσημεράς (ο) = αυτός που σηκώνεται το μεσημέρι, τεμπέλης

μεσκίνης (ο) = λεπρός  (Τουρκ. meskin)

μεσόβουιδο (το) = ο υπερβολικά ντροπαλός

μεσοδόκι (το) = ξύλινος χονδρός δοκός που συγκρατεί τη στέγη του σπιτιού

μεσόκαινας = μεσοστρατίς, στο μέσον μιας εξέλιξης

μεσόπεζα = στη μέση του δρόμου

μετ ‘αυτούς, μετ ‘ αυτές, μετ ‘ αυτά = μαζί τους. Συνήθης φράση: Και θές να πάς μετ ‘ αυτούς?

μετα σένα,  μετα ‘κείνη, μετα αυτό = μαζί σου,  μαζί της, μαζί του

μεταδένω = δένω αλλού το ζώο που βόσκει δεμένο με το σκοινί του,  αφού έχει φάει το χορτάρι εκεί,  το λύνω και το δένω πιό πέρα. Μτφ. »μεταδένω΄» είναι σατανική φράση που σημαίνει ότι, για  να τιμωρήσω κάποιον, του διαβάζω ευχή του σατανά από σατανικά βιβλία, με σκοπό μα μην μπορεί να λειτουργήσει φυσιολογικά σε όλους τους τομείς(κυρίως στο σεξουαλικό)

μεταδιηγούμαι = διηγούμαι  μετά που διηγήθηκε ο άλλος

μεταξεσέρνω = μετακινώ, μετακινούμαι

μεταπιάνω = συγυρίζω ταχτικά

μεταπνίζω = μισοξυπνάω τη νύχτα που κοιμάμαι  και αλλάζω πλευρό. Συνήθης φράση: Από τη κούρασή μου ήπεσα και ξεράθηκα, ούτε δε μετάπνισα καθόλου

μετζιλίχι (το) = συμβούλιο (Τουρκ. mecillis)

μετσιγεία σας = με την υγεία σας, λέγεται μετά  που ο άλλος πίνει το ποτό  σε κέρασμα

μήγαρις = μή θαρείς, σάμπως

μήλιγκας (ο) = τα μηνίγγια, ο κρόταφος. Συνήθης φράση: Ο τρελός επέταξε μια πέτρα και μού ‘δωκε στο μήλιγκα και παρ΄ολίγο να με σκοτώσει

μήμπα = μήπως

μήνηδες (οι) = οι μήνες

μηνυτεύω = υποδεικνύω κάτι. ειδοποιώ.  Συνήθης φράση: Θα σου μην μηνυτέψω εγώ πού  έχει καλό ροδίκιο να πας να γεμίσεις δυο τσάντες

μηνώ = μηνύω,   ειδοποιώ με κάποιον. Συνήθης φράση: Μηνάς μου πως θα μ ‘αρνηθείς,  κάμε το να ξεγνοιάσω

μητέ = μητέρα. Συνήθης φράση; Ε μητέ! Ελα που σε θέλω

μήχε = σάμπως

μια πάρτε = ορισμένοι, κάποιοι, ένα μέρος

μιά τση μιάς = κάποια στιγμή

μιαολιά, μνιά ολιά, μνιά ουλιά = λίγο,  λίγη ποσότητα, μικρό κομμάτι, μια σταλίδα, τόσο δά. Συνήθεις φράσεις: Μου ‘πε η μάνα μου να μου δόσεις μιάολιά αλάτσι γιατι μας ε πόκαμεε.  Η: »πονείς καμάρι μου πολύ εκειά που χτύπησες?»  »μνιαολιά… πονώ, μα όι και  τσα πολυ»

μιαρά, μνιαρά (τα) = βλάβερά έντομα και  ερπετα, αλλά και διάφορα άγρια σαρκοφάγα ζώα και τρωκτικά όπως ποντίκια ζουρίδες, καλογενούσες κλπ

μιάς σκοινιάς χότρα = το χόρτο όση έκταση περιλαμβάνει στο  μήκος του σχοινιού. {Το ζώο καθώς είναι δεμένο στο χορτάρι με το σχοινί, απο το τζένιο (παλούκι) που είναι δεμένο μέχρι το τέλος του σχοινιού, η απόσταση αυτή λέγεται »μιάς σκοινιάς  χόρτα. Για να δώσουμε ακόμα άλλη μιας σκοινιάς χόρτα, θα πρέπει να ξεκαρφώσουμε το τζένιο και να το καρφώσουμε στην άκρη του σχοινιού, γιατι είναι ασφαλώς φανερό πως το χόρτο μέχρι εκεί είναι φαγωμένο}

μιγαδερό (το) = το ψωμί που είναι ανάμεικτο απο αλεύρι σιταριού ή κριθαριού με αλεύρι βρώμης

μιγάδι (το) = αλεύρι ανάμεικτο  με αλεύρι ταγής (βρώμης)

μιγόμι (το) = μισό φορτίο του όνου, μισό σακί

μικιός, μιτσός (ο) = μικρός

μικράτα (τα) = τα  νεανικά χρόνια, η παιδική ηλικία

μιλέτι (το) = το έθνος του Αλαάχ

μιλέτια, μιλέθια (τα) = λαοί

μίνα (η) = αρχικά τρύπα στο χώμα όπου γεννούσαν τα κουνέλια με φυσικό τρόπο, ειδικό κασόνι κλειστό με μόνο μια τρύπα όπου γεννούσαν οι κουνέλες. (Ιταλ  mina = υπόνομος γεμάτος εκρηκτικά υλικά)

μιραλής (ο) = συνταγματάρχης, ανώτερος αξιωματικός

μισαφορμάρης (ο) = ο σχεδόν τρελός, μισότρελος

μισεμός (ο) = αποχώρηση , μακρύ ταξίδι στα ξένα

μισένε = μισεύουν, φεύγουν

μισερώνω = τραυματίζω κάποιον,  χτυπάω, δέρνω κάποιον και τον τραυματίζω

μισεύγω = φεύγω, ταξιδεύω για μακρυά. Συνήθεις φράσεις: Μισεύγω   γαι τα μάτια μου δακρύζουν λυπημένα. Ή: Αντέστε να μισέψομε μα καλά μας είναι μπλιό

Μισίρι (το), Μπαρμπαρια (η) = η Αίγυπτος

μισμιτζής (ο) = ο άνθρωπος που δεν του αρέσει το ένα δεν του αρέσει το άλλο και τελικά ούτε ο ίδιος δεν ξέρει τι θέλει, ο κακόφαγος, λεπτολόγος και ειδικά  εκλεκτικός στο φαΐ του. Συνήθης φράση: Ε δε τρως το ένα δε τρως το άλλο, πολλά μισμιτζής μας ε βγήκες

μίστατο (το) = παλιά μονάδα χωρητικότητος, δοχείο και μέτρο χωρητικότητας υγρών 6 – 12 οκάδων. (Στα Χανιά είχαν το μόδι 8,75 λίτρα)

μιστό (το) = αγαθοεργία, ένα καλό,  μικρή  ευεργεσία. Συνήθης φράση: Άντε πήγαινε ένα σακί πατάτες στα ορφανά, μα μιστό θα κάνεις

μιτάτο (το) = ορεινό  τυροκομείο, στάνη του βοσκού,  μαντρί

μιτοχτενιάζω = περνώ τις θηλιές των μιτών και του χτενιού, περαματώ. Μτφ. αφήνω πλεκτάνες, παγιδεύω, δολοπλοκώ, κουτσομπολεύω.  Συνήθης φράση: Μα δε τη κατέχεις? Αυτή δε κάνει άλλη δουλιά όλη μέρα παρα να μιτοχτενιάζει  μιά τον άλλο

μνιάι (το) = παιδική λέξη για το έντομο

μνώα (η) = υπηρέτρια, τάξις δούλων ή δουλοπαρίκων στην Κρήτη

μνώγω = ορκίζομαι (αορ. έμνωξα)

μνώται (οι) = οι ευγενείς δούλοι της Κρήτης

μόδι (το) = παλιά μονάδα χωρητικότητας στα Χανιά και στη Λέσβο, χωρητικότητας 8,75 λίτρων

μοιαστός, τάλε κουάλε = ολόιδιος, φτυστός

μοιράρηδες (οι) = μάγοι και γιατροί μαζί

μόκο = σιωπή. Συνήθης φράση: Κοιμήσου και μη βγάνεις μόκο

μολαρητός, αμολαρητός, αμολητός-η-ο = ελεύθερος, αποδεσμευμένος  από το σχοινί  η αλυσίδα που ήταν δεμένος

μολάρω, μολέρνω, αμολέρνω = αφήνω ελεύθερο,  αφήνω να φύγει , το σκάω, αφήνω κάτι από τα χέρια μου να πέσει κάτω, αμολύω. Συνήθεις φράσεις: Μόλαρέ το απο τα χέργια σου μη σε δαγκώσει. Ή:  Εμολάρανε τα οζά και πιάσανε φυλλα φτερά

μολογώ, μολοώ = προδίδω, φανερώνω, μαρτυρώ κάποιον. Συνήθης φράση: Ανε με ξαναπειράξεις θα σε μολοίσω στης δασκάλας

μοναργάντινας, μοναργάντινα = σε μιά βραδυά, την ίδια βραδυά

μοναχοθυγατέτα(η) = μοναχοκόρη

μονιάζω = τα βρίσκω με τη παρέα,  συγκεντρώνομαι με την οικογένεια και φτιάχνουμε τις σχέσεις μας

μονιτάρου = παντελώς, μονομιάς

μόνο – μόνο = λίγο λίγο ( ή μια ιδέα, μια στάξη κλπ)

μόνο = αλλά. Συνήθης φράση; Εγώ φεύγω μόνο να κλείσεις τη πόρτα

μονοκόρδι, μονοκοπανιάς, μονοχτύπι = μονομιάς, συνεχόμενα, με τη πρώτη. Συνήθης φράση:  Αμα μπορείς πιές΄ούλο το μπουκάλι μονοκόρδι

μονομεργιάζω, μονομερίζω = συγκεντρώνομαι με όλους  και έχουμε περισσότερο δέσιμο

μονοπαντώ = συγκεντρώνω όλα σε ένα μέρος. Συνήθης φράση: Πιάσε τα κρεμμύδια και τσί πατάτες και μονοπάντησε τα στο καλάθι

μονοχρονίτικα, σόκαιρα (τα) = τα γενημένα την ίδια χρονιά

μονοχτύπι, μονοκοπανιάς, μονοκόρδι = με τη πρώτη, μονομιάς

μοντέρνω = (ρ. μουντάρω) εφορμώ, ορμω  σε μάχη ή σε  φαΐ ή σε  καυγά, επιπίπτω αιφνιδίως,  χυμάω, εφαρπάζω. Συνήθεις φράσεις: Αγλάκα να διώξεις τα πρόβατα γιατι εμοντάρανε στο ξένο χασίλι. Ή: Εμόνταρε ο κόσμος στο ψητό  και αφλσανε αφάωτα τα ρίζια

μορφίζω = καλλωπίζω, ωραιοποιώ, γίνομαι ομορφότερος από την καλοπέραση. Συνήθης φράση: Δόξα τω Θεώ, ομορφήνανε οφέτος οι ελιές (= έκαναν πλούσια και εύρωστη βλάστηση)

μός = μόλις

μοσκοαναθρέφω = ανατρέφω πλουσιοπάροχα με όλες τις ανέσεις

Μόσκοβος (ο) = Ρωσία

μοσκοπουλώ = ακριβοπουλώ

μόσκος, μόσχος (ο) = αρωματική ουσία, (λέγεται στα αρώματα όταν θέλουν να δώσουν έμφαση στο ωραίο άρωμα, αλλά και γενικά σαν πρώτο συνθετικό, εντείνει την έννοια του ρήματος). Συνήθης φράση: Και λέγανε πως οντε ξεθάψανε τα οστά του Αγίου, αυτά μυρίζανε σά το μόσκο…(μοσχομυρίζανε)

μοσκοφυλάω = φυλάσσω επιμελώς

μοσόρα (η) = μεγάλη λεκάνη αρχικά πήλινη αργότερα αλουμινένια ή πλαστικιά

μοτσαδούρα, ματσαδούρα (η)  ματζαδούρα = παρατήρηση, επίπληξη. Συνήθης φράση:  Το ντελόγο που ήμαθα τσι συκοφαντίες του, επήγα και τον ηβρηκα και τού ‘καμα τη μοτσαδούρα. (ματζαδούρα τη λένε και καμιά φορά απο κεκτημένη ταχύτητα)

μοτσέρνω = κάνω παρατήρηση, επιπλήττω κάποιον. Συνήθης φράση: Να  πάς αύριο να τονε μοτσάρεις  για τα λόγια απου ‘πε.

μουγγός (ο) = κωφάλαλος, παλιά εσήμαινε βραχνός

μουγκανίζω = βρυχώμαι

μουγκριά, μουγκρά (η) μούγκρος (το) (πλυθ. μουγκριές,  μουγκριτά) = ο ήχος της μουγκρινάρας, δυνατό κλάμα, δυνατή κραυγή ανθρώπου, βρυχηθμός ζώου, , η κραυγή  του βοδιού. Συνήθης παροιμιώδης  φράση : Απού ‘χασε το χοίρο του, ούλο μουγκριές εγρήκα

μουγκρίζω, μουγκανίζω, μουγκαλίζομαι = μυκώμαι, βρυχώμαι, κραυγάζω, βγάζω δυνατές κραυγές απο πόνο

μουγκρινάρα (η) = παλιό όργανο από ξεπατωμένο σταμνί που παράγει δυνατό ήχο σαν μουγκρητό.  Έχει μεμβράνη από δέρμα στο στόμιο και στο κέντρο στερεωμένο ένα κέρινο σκληρό σπάγκο. Όταν βραχεί ο σπάγκος και τραβηχτεί με το χέρι τότε αυτός τρίζει, και ο ήχος ενισχύεται πολλαπλά από το ηχείο της στάμνας. Τη χρησιμοποιούσαν για να διώχνουν τα πουλιά από τα μποστάνια, και άλλα άγρια ζώα όπως κουνάβια  νυφίτσες κλπ. Δεν ήταν και λίγες οι φορές που είχαν τρομάξει και τους Γερμανούς στη κατοχή και έντρομοι εγκατέλειπαν τα χτήρια που διέμεναν

μουζουδιές, μουζουδές, μουτζαλιές (οι) = μαυρίλες από κάπνα, μαυρίλες από κάρβουνα, κόκκοι κάπνας τζακιού ή από μαυρισμένη κατσαρόλα που μαγειρεύει στα κάρβουνα, αλλά και από τα χολεριασμένα στάχυα σιταριού που έπερναν ενα σταχτόμαυρο  χρώμα τα λεγόμενα μουζωτήρια

μουζουντές,  μουζντές, μουσδές (ο) = είδηση, πληροφορία, παρατήρηση, διαμαρτυρία, παράπονο.  Συνήθης φράση: Αφου είδα τη ζημιά που μου κάμανε οι αίγες του, επήγα και τονε βρήκα και του ‘καμα ντελόγο  το μουζουντέ

μουζουργιά (η) = η έκταση γης που σπάρθηκαν πέντε περίπου οκάδων καρπού

μουζούρι (το) = παλιά μονάδα μέτρησης στήν Κρήτη, ένα μουζούρι ισοδυναμούσε περίπου με 5 οκάδες καρπό

μουζωμένος-η-ο = ο μαυρισμένος με φούμο, από κάπνα τζακιού, τσικαλιού ή απο τα μουζωτήρια των αγρών. μτφ. ο κακοστιγματισμένος, ο διάβολος. ( μούζα, ή μούτζα  είναι  λέξεις που σχετίζονται). Συνήθιζαν να μουζώνεται ο κόσμος τις αποκριές

μουζώνω, μουτζαλώνω = μουντζουρώνω, κάνω μουντζούρες, μαυρίζω με καπνιά απο το τζάκι ή  απο τον πάτο της κατσαρόλας κλπ

μουζωτήρια (τα) = χολεριασμένα στάχυα που βρισκόταν σε  σιτοβολώνες που τα έπερναν τα παιδιά και βάφανε το πρόσωπό τους τις αποκριές. Προτιμούσαν τα μουζωτήρια από τη καπνιά του τζακιού γιατί έβγαινε εύκολα

μουκαρέμι (το) = είδηση, διάγγελμα, αγγελία

μουκατάδες (οι) = φορολογικές περιφέρειες της νήσου

μουκατάς (ο) = φόρος προϊόντων

μουλά – μουλά , κατσά κατσά = απαρατήρητα και  χωρίς θόρυβο

μουλάς (ο) = ανώτερος κληρικός, τίτλος γραμματιζούμενου Τούρκου

μούλκι (το) = χωράφι

μουλώνω = σκύβω, ζαρώνω, λουφάζω

μουμπασίρης (ο) = κλητήρας, αγγελειοφόρος

μουνουχίζω = ευνουχώ

μουνούχισμα (τση φωθιάς) = σβήσιμο της φωθιάς

μουνουχισμένος = αυτος που του έχουν αφαιρεθεί οι όρχεις για να μην μπορεί να κάνει αναπαραγωγή

μουνούχος (ο) = ο ευνουχισμένος. Μτφ. άνανδρος, φοβητσιάρης, χέστης

μουντί (το) = θαμνώδες φυτό που παλαιότερα έκαναν σκούπες του αλωνιού

μουντίρης (ο) = Τούρκος ειρηνοδίκης ή αστυνόμος

μουράγια (η) χάμουρα (τα) = ειδική κατασκευή από δερμάτινους ιμάντες που πέρναγε στο πρόσωπο μπρος και  πίσω από τα αυτιά του ζώου, και από κάτω.  Έχει χαλκά  από κάτω (γκερντανέ) να δένεται το σχοινί του ζώου κατά τη βοσκή, ή για να το τραβάει κάποιος  καθ οδόν. Τα  χάμουρα αφορούσαν κυρίως μουλάρια και άλογα

μουραμπούτης (ο) = τσαπατσούλης, εκείνος που δεν έχει τάξη

μουρβέρι (το) = καλλωπιστικό δένδρο της Κρήτης, με πλούσια λευκά απαλά και μυρωδάτα άνθη. Ανθίζει την Άνοιξη και το δύο Κυριακές πριν το Πάσχα το  μαζεύουν μαζί με πολλά άλλα λουλούδια και   φτιάχνουν τις λεγόμενες ροδαριές, όπου και μοιράζουν στην εκκλησία

μούργα (η) = το κατακάθι του λαδιού

μουρέλο (το) = νέο φύτεμα μικρής ελιάς

μουρί, μουράκι (το) = ύψωμα, υψωματάκι

μουρμού = σιώπα, σκασμός (προσταχτική)

μουρμούρα (η) = είδος βρώσιμου  σαλιγκαριού χρώματος καφέ, που βγάζει σάλια για καμουφλάζ να κρυφτεί και συγχρόνως βγάζει και ένα απαλό θόρυβο (μουρμουρίζει), οπότε πήρε και το όνομά της

μουρνιά (η) = μουριά, αλλά και κακοήθης όγκος, μεγάλο σπυρί ζώων, κυρίως στην άκρη του πέους των όνων

μουρνόρακη (η) = ρακή από απόσταξη  μαύρων άγριων μούρων

μουρντάρης (ο) = ανήθικος, ακόλαστος, πρόστυχος, αυτός που ορμά  σε γυναίκες και τις παρενοχλεί. ( Τουρκ. murdar)

μουρτάτης (ο) =  ο άπιστος, αρνησίθρησκος

μούρτζινος-η-ο = μαυροκόκκινος

μουρχούτα (η) = μεγάλη παλιά λεκάνη πήλινη, χρησίμευε κυρίως για τη σαλάτα

μουσαμάς (ο) = αδιάβροχο

μουσάντρα (η) = έπιπλο με καθρέφτη, αντίστοιχο της σημερινής τουαλέτας

μουσαφίρης (ο) = ο επισκέπτης

μούσκλα (τα) = δαμάσκηνα

μουσκούλα, μοσκούλα, κούτουλη (η) = κατσίκα ή προβατίνα χωρίς κέρατα

μουσουλούκι (το) = το στόμιο, αλλά και το κλειδί (Λασίθι)

μουσουμπγιά (η) = πονηρή, απαράδεχτη υβριστική

μουσταρά, μουσταριά (η) = μαστάρια ζώου

μουστερής (ο) = αγοραστής

μουστρουχίνα (η) μουστρουχίνι (το) = μεταλλικό συρμάτινο φίμωτρο ζώων, κυρίως αυτοσχέδιο με ειδικό σύρμα, το φόραγαν στα ζώα καθ οδόν να μην ορμάνε στα ξένα χωράφια και κάνουν ζημιές

μούτης (ο) = ο υποταγμένος, ο μη επαναστάτης

μουτίζω = παραδίδομαι, υποτάσσομαι, υποχωρώ, ξεπεύτω

μουτουπάκι (το) = χωνευτό ντουλαπάκι  μέσα στον τοίχο κουζίνας, κρυφό ντουλάπι, κουζινάκι

μουτσούνα (η) = γουρούνα (Σφακιά)

μούτσουνο (το)  μουτσούνα (η) = μούρη, πρόσωπο  ανθρώπου, μουσούδα ζώου. μτφ  μουτσούνα = σκατόφατσα,  κακόψυχος άνθρωπος.  Συνήθης φράση: Ιδέ μια μουτσούνα  που θάργιες πως δέν  θα ‘λα σε ανακαλύψω

μουχατσαρίνα, μουσουμπγια (η) = λέξεις υβριστικές, πονηρή, καπάτσα κλπ

μουχλιάζει = βραδιάζει

μούχλιασμα (τση γής) = βραδιασμένα

μουχτάρι (το) = το πακέτο (Σφακιά)

μπά καλούμ, μπά καλού μου = μήπως, άραγε. Συνήθης φράση: Μπα καλούμ εκεί ήτονε και ο γιος μου?

μπά χανούμ = η πρώτη κυρία του χαρεμιού

μπά, πατές (πατέρας) = μπαμπά. Συνήθης φράση: Ε μπά!  Ε πατέ! Πού είσαι? . Αυτές οι συγκοπές  λέξεων γίνονται χάριν ευκολίας στην καθομιλουμένη

μπαγαπόντης, μπαμπέσης (ο) = κατεργάρης, πονηρός

μπαγλαρώνω, μπουζουργιάζω = αρπάζω, δένω, φυλακίζω, μαστιγώνω, πλακώνω στο ξύλο. Συνήθης φράση: Κάτσε στα αυγά σου γιατι θα σε μπαγλαρώσω και αλίμονό σου

μπαγόδρα (η) = πανηγύρι με χαρές

μπαζί (το) = κόκκινο σέσκουλο

μπαζίνα (η) καρκάνι (το) = χυλός αραιός (αλεύρι λίπος χοίρου) τηγανισμένος  καλά μέχρι  να πάρει κοκκινωπό χρώμα

μπαίγνιο, μπαίγνιδι (το) = παιγνίδι, κοροιδία. Συνήθης φράση: Βάλε μυαλό γιατί με τανα που κάνεις θα γενείς μπαίγνιδο τση κοινωνίας

μπαιλντίζω = αγαναχτώ, απηυδίζω,δυσανασχετώ, λιποθυμώ, υποφέρω, υποβάλλομαι σε μεγάλο κόπο, κουράζομαι. (Τουρκ bayilmak)

μπαιράκι (το) = πολεμική σημαία,  ανταρσία, μάχη, πόλεμος, επανάσταση. η σημαία (Τουρκ bayrak) Συνήθης φράση: Αστον αυτός εσήκωσε μαπαιράκι τελευταία και δεν ακούει κιανένα

μπαιραχτάρης (ο) = σημαιοφόρος

μπαίρες (οι), μπαίργια (τα) = κακοχώραφα με πολύ πέτρα και λίγο χώμα

μπάλα (η) = σφαίρα όπλου

μπαλάσια (τα) = ρουμπίνια

μπαλτάς (ο) = κασμάς,  (μπαλταδάκι= μικρός κασμάς)

μπαλωθιά (η) μπουρμπαδίδι, μπαχωνίδι (το) = τουφεκιά, δυνατός κρότος

μπαμπακολαίμα (η) = η γυναίκα με άσπρο και μαλακό λαιμό σαν βαμβάκι

μπαμπαλίκι (το) = μεσολάβηση

μπαμπαρολιασμένος (ο) = σμπαραλιασμένος, ξεκούτης γέρος

μπαμπέσης , μπαγαπόντης (ο) = πονηρός, κατεργάρης

μπαμπεσιά (η) = πονηρός  και ύπουλος τρόπος, κατεργαριά

μπανακόλαση, πανακόλαση = λέξη απαράδεχτη υβριστική. (Η λέξη είναι »πανακόλαση», αλλά  συνήθως στη βρισιά όπως ακούγεται είναι φωνήεν το προηγούμενο γράμμα και παίρνει τη μορφή του μ. Στη πραγματικότητα δεν σημαίνει τίποτα, αλλά ο βρίζων αντί να βρίσει  τη Παναγία, το αλλάζει στο ήπιο και την ονομάζει μπανακόλαση, γιατι πολλοί είναι εκείνοι που αποφεύγουν να βρίσουν τα θεία)

μπανέλα (η) = μεταλλικό ατσάλινο έλασμα μέσα σε κορσέδες. Εξάρτημα παιδικού παιγνιδιού, ειδικό έλασμα ή σύρμα σκληρό που στην μία άκρη είχε σχήμα ένα ανάποδο »Π» όπου με αυτό οδηγούσαν το τσέρουκλο  (στεφάνη βαρελιού)

μπανόγλα (η) = παλιά  αρρώστια η  πανώλης  ή πανούκλα. Μτφ. η  πανούργα γυναίκα. (Έχει επικρατήσει σαν λέξη υβριστική για χαρακτηρισμό  δόλιας και πανούργας γυναίκας)

μπάντα, μεργιά (η) = μεριά, άκρη.  Συνήθης φράση:  Με πονεί ο κόκαλός μου από τη δεξά μου μπάντα

μπαντακάκια, ατσιμπουρδακάκια (τα) = τσιμπούρια

μπαντέτι (το) = λατρεία, προσευχή (Τουρκ. ibadet)

μπαντίχνω, παντίχνω = συναντώ κάποιον στο δρόμο

μπαξές (ο) = ανθόκηπος, περιβόλι με άνθη

μπαξίσι, μπαξίκι (το) = φιλοδώρημα, δώρο χρηματικό (Τουρκ. bahsis )

μπαργαλιά (η) = παρέα

μπάρε μου = τουλάχιστον

Μπάρκας (ο) = κοροιδευτικα ο Αιθίοπας

Μπαρμπαριά (η),  Μισίρι (το) = η Αίγυπτος

μπαρόλα (η) = καρούμπαλο

μπάς και = μήπως

μπάς και = πράγματι, αληθώς, καθολοκληρίαν, εντελώς, εν τούτοις, μήπως, (εκ ου Ιωνικού έμπης, ή Δωρικού εμ- πας

μπασαλί (το) μπασαλής, πασαλής (ο)  πουνιάλο (το) = μαχαίρι με λαβή και θήκη για τη μέση του νέου. Αρχικά λεγόταν πουνιάλο επι Ενετών, αλλα την Τούρκικη επικράτηση ονομάσθη  μπασαλής  (μπάς = ανώτερος, πρώτος και καλύτερος). Συνήθης φράσεις: (Στίχοι ενός τραγουδιού): Όσο θα ζώ το μπασαλή τ ‘ ασημοστολισμένο, αδελφοχτό μου θά ‘χω  εγώ στη μέση μου ζωσμένο. Ή: Έ να φάς μαύρο μπασαλί =  μαύρο μαχαίρι, εννοούσαν την εγχείριση,  η μεγαλίτερη κατάρα ήταν να ευχηθείς να εγχειριστεί κάποιος.  Για τα ζώα βέβαια »να φάς μαύρο μπασαλή» , εννοούσαν να σφαχτεί

μπασταλμάς (ο) = αλώνι

μπατάγια (η) = ξυλοκόπημα, επίπληξη

μπαταξής, μπατακτσής, μπαταχτσής (ο) = ο μή πληρώνων τα χρέη του,  ανέντιμος, ζωηρός, άτακτος, αλήτης ( Τουρκ.batacsi)

μπαταξιλίκι (το) = αλητεία

μπατάρω, μπατέρνω = υπολογίζω, εκτιμώ. θεωρώ αρκετό, λαβαίνω υπ’ οψιν μου. Συνήθεις φράσεις: Αμα δέν έρθεις από το σπίτι να σου κάμω το τραπέζι δεν το μπατέρνω. (Δέν θεωρώ πώς σου έβγαλα την υποχρέωση). Ή: Μπάταρε πως δεν θα σου ‘ρθω απόψε (έχε υπ ‘οψιν σου κλπ)

μπατιρντί (το) = χέρι ξύλο

μπατσελιά (η) μπάτσος (ο) = χαστούκι

μπάφυλλας (ο) = κάλυκας φυσιγγίου

μπαχονίδι, μπουρμπαδίδι (το),μπαλωθιά (η) = τουφεκιά, δυνατός κρότος

μπάχτι (το) = η καλή διάθεση  κάποιου να δώσει κάτι και να του πάει καλά, Η ιδιότητα που έχουν κάποιοι στο δόσιμό τους σε άλλους, και να έχουν επιτυχία στην  αναπαραγωγή . Συνήθης φράση: Ήρθα σε σένα να αγοράσω ένα ζευγάρι κουνέλια, γιατί μού ‘πανε πως έχεις λέει »καλό μπάχτι», μπάς και μου ανετρέξουνε, γιατι αγόρασα από άλλους και μου ψοφήσανε ντελόγο

μπγιαμπγιόνια (τα) = παιδική λέξη για τα στήθη της γυναίκα

μπεγεντίζω = μου αρέσει, ξεχωρίζω σε συμπάθεια, καμαρώνω, θαυμάζω,βάζω στο μάτι

μπεγεντισμένος (ο) = ο αρεστός σε όλους, παινεμένος από όλους

μπεγεντώ -ίζω = αρέσω, εκτιμώ

μπεγίρι (το) = είδος αλόγου

μπελάκουρας (ο) = ο ξυλουργός

μπελάς  (ο) = δυσάρεστο συμβάν,  προβληματική κατάσταση, άνθρωπος μη συνεργάσιμος

μπέλι και, μπέλικι, μπέγικι = μήπως και, ίσως να, μπορεί να. (Τουρκ. belki)

μπελί, μπειλί = φανερό, πρόδηλο

μπελονιάζω = περνώ τη βελόνα, μτφ.βάζω λόγια δικά μου, κακολογώ κάποιον, μπερδεύω την κατάσταση, εμπλέκω κάποιον. Συνήθης φράση: Και εδά άμα πας να τη βρεις, πες της  να μη με μπελονιάζει εμένα γιατί εγώ κάν δεν είχα πάει καθόλου εκεί…

μπέμπερη, μπέμπελη (η) = η φράση είναι, »έβγαλα τη μπέμπελη» = έβγαλα την ιλαρά, εξανθήματα που έχει σαν σημάδια η ιλαρά. (Λέξη Σλαβική. pepeli = στάχτη). Ο άρωστος απο ιλαρά έπρεπε να ντυθεί καλά ή να καθίσει κοντά στα αναμένακάρβουνα. Η φράση ωστόσο  »έβγαλα την μπέμπερη = έσκασα από τη ζέστη, ζεσταίνομαι υπερβολικά)

μπεντένι (το) = καστρότοιχος, τσιμεντένιο χαμηλό τοιχίο

μπεράτης (ο) = σύρτης πόρτας

μπέργιαυλο (το) = αυλή

μπεργομένος-η-ο = καρφωμένος

μπεργώνω = καρφώνω

μπερδένω = μπερδεύω

μπερδουκλιάζω = μπερδεύω

μπερεκέτι = αφθονία ( Τουρκ.bereket  )

μπερεντινιάζω, ψιμολιδιάζω = μένω αδύνατος και καχεκτικός λόγω ανομβρίας, (αφορά κυρίως ελιές, που λόγω έλλειψης νερού, πέφτουν νωρίς χωρίς να μεγαλώσουν, με αποτέλεσμα να μην έχουν σωστη παραγωγή λαδιού))

μπερεστές = κατάνια, στάδιο, αδιέξοδη κατάσταση

μπερντές (ο) = παραπέρασμα πυθών ή παραθύρων, κουρτίνα, αυλαία θεάτρου, (καραγκιόζ μπερντέ = λευκή οθόνη θεάτρου σκιών). μτφ. μπάχαλο

μπέρτα (η) = είδος κάπας

μπερτάκι (το) = ξυλοδαρμός

μπερτσές ( ο) = το σβέρκο του αλόγου με το τρίχωμα

μπέσα (η) = λόγο τιμής, ειλικρίνεια

μπεσαλής (ο) = αυτός που έχει λόγο, αυτός που τηρεί τα συμφωνηθέντα, ειλικρινής, ντόμπρος

μπεστεκλίκι (το) = φιλοδώρημα, μπουρμπουάρ

μπέτης (ο) = στήθος

μπήγω, μπήχνω, μπηχταρίζω = καρφώνω

μπηκαρισμένος-η-ο = αγανακτισμένος, νευριασμένος

μπήχνω, μπήχνομαι = καρφώνω,τσακώνομαι ορμώ, προσπαθώ,  προκαλώ, μπαίνω στη μάχη, συνορίζομαι. Συνήθεις φράσεις: Μή του μπήχνεσαι και πολύ, γιατι αυτός είναι πχιά δυνατός (=προκαλέις). Ή: Τα μπήξανε ο Γιάννης με το Μανώλη και έγινε χαμός (=τσακωθήκανε) Αρχ. εμπήγνυμι

μπηχταρίδι (το) = κάρφωμα

μπηχτή (η) = ύπουλο χτήπημα, σπόντα

μπίζιλος-η-ο = ευαίσθητος, δύσκολος, λεπτολόγος,  λεπτός, παράξενος. Συνήθης φράση: Πολλά μπίζιλη  είναι ετουτηνα η δουλειά και πώς τη καταφέρνεις

μπίκα (η) = μυτερό άκρο

μπικίζω = πειράζω ενοχλώ, παρενοχλώ. Συνήθης φράση: Μη το μπικίζεις το κοπέλι και το κάνεις να κλαίει

μπιμπίκα (η) = ράμφος

μπίς μπιτού, μπίτι = τελείως, εντελώς

μπιστικός, μπιστεμένος, μπιστός (ο) = έμπιστος. (ουδ. μπιστά = έμπιστα)

μπίτι, μπίς μπιτού = τελείως, ,εντελώς

μπιτίζει (σα δε) = τέλος πάντων, εκτός αυτού . Συνήθης φράση: Σα δε μπιτίζει τρέχα αύριο και βρές τονε να του το πείς

μπιτίζω = τελειώνω, αποπερατώ

μπίτισε, εμπίτισε(νε) = ετέλειωσε. Συνήθης φράσΈλα να φύγομε  μα μπίτησε, αφού ήσπασε δε ξανακολιέται

μπιτσάκος, μπιτσάκ (ο)  σφαλιχτάρι (το) = είδος σουγιά μέσης Ανατολής, σουγιάς  χωρίς δόντια που κλείνει (ουδ. μπιτσακάκι)

μπιτσαξίδικα (τα) = τα μαχαιροποιεία που κατασκεύαζαν μαχαιράκια

μπλαβίζω = γίνομαι μπλέ

μπλάβος-η-ο = μπλέ

μπλασμός, πλασμός(ο) = η γένηση, η ύπαρξη

μπλέκω-μαι = ενοχοποιώ, ενοχοποιούμαι  σε μια κατάσταση. Συνήθης φράση:  Άλλος ήκλεψε το πρόβατο και ήμπλεξε εμένα

μπλιό = πιά, πλέον, ποτέ ξανά. Συνήθεις φράσεις: Δέ με παρετάς και σύ μπλιό (πια). Ή:  Εγώ στο σπίτι μου δεν τονε ξαναφέρνω μπλιό (ποτέ ξανά)

μπλιό μου = ποτέ μου

μποδιάζω = εμποδίζω, δένω με ένα σχοινί τα πόδια και το κεφάλι του ζώου να μην μπορεί να το σηκώσει ψηλά το κεφάλι να φάει ένα δένδρο, αλλά και να μην μπορεί να τρέξει γρήγορα

μποιλής, μεγαλόφυλλος, μακρύφυλλος, μακρύς,  (ο) = πολύ ψηλός, μεγαλοκαμωμένος, μεγάλου αναστήματος

μπόλι (το) = μόσχευμα για εμβολιασμό δένδρου

μπολιάζω, κεντρίζω = εμβολιάζω δένδρα. μτφ. Βάζω στο μάτι ένα κορίτσι για καλό σκοπό

μπολίδα (η) μπολίδι , μπόλι (το) = γυναικείο κάλυμμα κεφαλής,  άσπρο γυναικείο κεφαλομάντηλο, στενό ύφασμα μεταξωτό που το βάζανε στο κεφάλι, ύφασμα μακρύ με κρόσσια που το έβαζαν στη μέση

μπόλικος-η-ο = πολύς

μπολκάκι (το) = γυναικείο φόρεμα

μπόλσος, βασμός (ο) = σφυγμός

μποντέλο, μπουντέλο (το) = στήριγμα με κόντρα, αντιστήριξη, ασπίδα σωτηρίας

μποξαδιάζω = γεμίζω στη φάμπρικα τους μποξάδες  με ζύμη αλεσμένης ελιάς, και τους στήνω πάνω στο πρέσσο

μποξάς (ο) = πανί από γιδότριχα, σάκος ελαιοτριβείου που έβαζαν τη ζύμη της αλεσμένης ελιάς και έμπαιναν έπαιτα στη πρέσα

μπόργιε, εμπόργιε, μπόργιενε, εμπόργιενε = μπορούσε , πιθανόν, θα είναι δυνατόν

μπόσικος-η-ο = λάσκος, χαλαρός

μποτζάλι (το) = το γυράδι του τοίχου, το γύρω της επιφάνειας πηγαδιού. Συνήθης φράση:  και όπως καθότανε τα κοπέλια στο μποτζάλι του πηγαιδιού πήγα σιγά σιγά και τα έπιασα να μη τρομάξουν και πέσουνε μέσα

μπουγάζι, χίρι μπαίρι (το) = κρύο ρεύμα. Συνήθης φράση: Ελα μέσα γιατι βγάζει μπουγάζι

μπουγιουρντί, μπουγιουρουλντί (το) = έγγραφο, διαταγή, έγγραφο δημόσιου λειτουργού, λογαριασμός για πληρωμή

μπουζάζω = δένω χειροπόδαρα (κυρίως ζώα) τα δένω και από τα τέσσερα να μην μπορεί να φύγει

μπούζι (το) = παγωμένο (Τουρκ. buzz = κρύο)

μπούζος (ο) = παγοπώλης

μπουζουργιάζω, μπαγλαρώνω = αρπάζω, δένω, φυλακίζω, μαστιγώνω, πλακώνω στο ξύλο

μπούκα (η) = το στόμα κατ επέκταση όπου υπάρχει στόμιο η είσοδος  σε τούνελ,  σε λιμάνι, το στόμιο του κανονιού τουφεκιού κλπ ( εξ ου  και η μπουκιά). Συνήθεις φράσεις: Άνοιξε τη μπούκα σου  να σου δώσω να φας κάτι τι. ( λατιν. bucca, Ισπαν. la boca  =  στόμα ). Ή: Τον έχω στη μπούκα το τελευταίο καιρό και θα μου το πλερώσει (τον έχω στο μάτι για να του κάνω κακό με τη πρώτη ευκαιρία)

μπουλμές (ο) = μικρό δωμάτιο με ξύλινους τοίχους

μπουλούκι (το) = τάγμα στρατού,  ομάδα ανθρώπων, θίασοι που πήγαιναν στην επαρχία

μπουλούμπασης (ο) = ταγματάρχης

μπούμπουρα = μπρούμυτα, θέση πρηνηδόν

μπούμπουρας, ξενομπούμπουρας (ο) = έντομο  με κεντρί, μπάμπουρας (αρχικά βάβουρας λόγω βαβούρας  που κάνει, και έγινε μπαμπουρας), το έντομο βόμβος

μπουμπουρισμένος,  μπουμπουριστός -η-ο = ο γυρισμένος μπρούμυτα. Συνήθης φράση: Σήμερα έχουμε  φτιάξει χοχλιούς μουμπουριστούς

μπουνταλάς (ο) = βλάκας,

μπουνταλιέρος (ο) = μπουνταλάς

μπουργιά, μπουρίνια (έχω) = έχω τα νεύρα μου, είμαι κακόκεφος

μπουρμάς (ο) = ο εξωμότης, ο έχων ασπασθεί τον μωαμεθανισμό, ο αλαξοπιστήσας,  άθεος,  Κρητικοί που είχαν μέν ασπασθεί τον χριστιανισμό, αλλά  κατά άλλα έπιναν κρασί, και έτρωγαν χοιρινό κρέας. (Τουρκ. burma). Συνήθης φράση απο τον Καζαντζάκη: Κατέχει ο μπουρμάς ηντά ‘ναι ο χουρμάς

μπουρμπαδιά (η)  μπυρμπαδίδι (το) = κανονιά, δυνατός   κρότος όπλου

μπουρμπαδίδι, μπαχονίδι (το),μπαλωθιά (η) = τουφεκιά, δυνατός κρότος

μπουρμπούχης (ο) = παχουλός, καλοθρεμμένος.  (ουδ. μπουρμπουχάκι ή γουμανό,  λέγεται συνήθως σε παχουλά παιδιά ή γουρουνάκια)

μπουρνέλα (η) = το φρούτο καϊσί, το κορόμηλο

μπουρού (το) = πείσμα, ινάτι, μούτρωμα

μπουσουνάρα, κουτσουνάρα = υδρορροή σπιτιού

μπουστώνομαι = λερώνομαι

μπουχλιά, μπούχλα (η)  μπουχλίδι = χαστούκι στο πρόσωπο

μπράτη, αμπράτη (τα) = αποσκευές, πράγματα, φιλέματα,  διάφορα αντικείμενα (τσιμπράγαλα), αλλά και τα γεννητικά όργανα του άνδρα. Συνήθεις φράσεις: Κόμπγιασε  το πατελόνι σου, γιατί όπου νά  ‘ναι θα φανούνε τα μπράτη σου (γεν. όργανα). Ή: Ανεμάζωξε τα μπράτη και να παμε να φύγουμε (αποσκευές). Ή: Έλα επαέ Νικολιό να σου δώσω μπράτη (φιλοδωρήματα)

μπρε = βρε. Συνήθης φράση  ( Ο σύζυγος λέει στη σύζυγο): Άνοιξε μπρε γυναίκα τη ντολάπα και φέρε μου τη χλαίνη μου

μπρίκι (το) = μικρό σταμνί, λαγίνι  με ρύγχος

μπριντούκι = πολύ πρήξιμο. Συνήθης φράση: Ηπεξα μνιά κουτουλιά στη ρίζα τση ελιάς,  και γίνηκε η κεφαλή μου μπριντούκι (πρήστηκε, έβγαλε καρούμπαλο)

μπροσάφορμος-η-ο = ο ήδη έτοιμος για καυγά, αψίθυμος, άκεφος

μπροσκάδα (η) = ενέδρα, καρτέρι (ξένη λέξη και έχει πολιτογραφηθεί)

μπροσκαδιάζω = περικυκλώνω, στήνω ενέδρα, παγιδεύω

μπροσταρέυω = μπαίνω μπροστά,  υπερισχύω του άλλου, ξεχωρίζω από όλους

μπροστάρης (ο) = ο πηγαίνων μπροστά,  εκείνος που έχει την πυγμή να μπει μπροστά στη μάχη, αρχηγός, υπεύθυνος

μπροσταρόκριγιος (ο) = ο κριός που είναι εκπαιδευμένος να μπαίνει μπροστά και να οδηγεί το κοπάδι

μπροστελίνα (η) = μπροστινό στερέωμα του σαμαριού  πάνω στο ζώο να μή κινείται, το σαμάρι για να στερεωθεί και να μην γλιστράει μπρος πίσω, έχει συνήθως τρία δεσίματα με ίμάντες. Την μπροστελίνα που περνά μπροστά κάτω από το λαιμό  του ζώου, τη καπλοδέτα που περνά  από πίσω και κάτω από την ουρά, και τη γύγλα που περνά κάτω από την κοιλιά

μπροστομούνα (η) = μπροστοποδιά, η ποδιά της νοικοκυράς

μπροστομουνιάζω = φοράω τη ποδιά μαγειρικής

μπρουλιδιάζω, βρουλιδιάζω = περνώ κάτι αρχικά στο βρούλο, περνοβελονιάζω τη κλωστή, τα τρυπώ και τα περνάω όλα με μία κλωστή και μετά τα κρεμάω κάπου. Μτφ  αραδιάζω, βγάζω απο το μυαλό μου, κατεργάζομαι.  Συνήθης φράσεις: Πιάσε να μπρουλιδιάσεις τα σύκα σε μιά κλωστή, και κρέμασέ τα κάπου. Ή: Ε την άτιμη και πώς τα μπρουλιδιάζει ετσά το μυαλό της και βγάνει ωραίες ιστορίες

μπροφτάνω = προφτάνω

μπυθιάζω = συμπιέζω. Συνήθης φράση: Πιάσε το σακί να μαζώξεις τα μουρνόφυλλα αλλά να το μπυθιάσεις καλά να χωρέσουνε πια πολλά

μπώθω,  μπώχνω = σπρώχνω, ωθώ, καταβάλω δύναμη σπρώχνοντας. Συνήθης φράση παροιμία: Καλιά να νιώθεις παρά να μπώθεις

μυγιάγγιχτος-η-ο = ευαίσθητος,  φοβητσιάρης, δε σηκώνει πολλές κουβέντες

μυγιάζομαι = με κυνηγά η αλογόμυγα και αγριεύω (αφορά μεγάλα τετράποδα). Μτφ.  καταλαβαίνω λάθος και εξαγριώνομαι. Συνήθης φράση: Καλά ηντά ‘παθες και μυγιάτηκες?

μυγιόφτυμα  (το) = τα αυγά την μύγας που τα αφήνει συνήθως  στο κρέας. Μτφ. άνθρωπος ανάξιος και να τον φτύσεις

μυριαρίφνητος-η-ο = αναρίθμητος

μυριορέγομαι = υπεραγαπώ, ποθώ

μυριοχάριτος-η-ο = ο έχων πολλές χαρές

μυρμιγκιά (η) = σκληρό σκούρο σπυρί στο δέρμα κυρίως στα δάκτυλα των χεριών

μυρμιδίζω , μερμιδίζω = νοιώθω στο δέρμα μου σαν πολλές μικρές σουβλιές, νοιώθω μούδιασμα μαζί και τσιμπίματα,   περπάτημα πολλών εντόμων. Συνήθεις φράσεις: Απο  ντα σηκώθηκα  απο τη καρέκλα μυρμιδίζει ο δεξής μου πόδας. Ή: Ανεμαζωχτήκανε οι μελιτάκοι και μυρμιδίζουνε στην αυλή μας (περπατάνε μιλιούνια)

μύσμα (το) = στεναγμός

μύσσω, μύζω = στενάζω, βογκίζω