Ν

να τον εδώ = να τον δω

να τπρουκι τπρούκι = (με το τπρ να δονούνται στο στόμα, κάλεσμα σε αρνάκια κατσικάκια αλλά και μικρά γαϊδουράκια)

νάζι (το) = προσποιητός τρόπος συμπεριφοράς, χάρη, σκέρτσο

ναίσκε, ναίσκες = ναι

νάκαρα, ανάκαρα (τα) = σωματική και ψυχική αντοχή, σθένος, κουράγιο. Συνήθης φράση: Τέθειο χάλι είχε ο γάιδαρος που ανάκαρα δεν είχε να κινηθεί

νάκλια (τα) = εύθυμες ιστορίες, διηγήσεις, αφηγήματα, ανέκδοτα, σκέρτσα, η δήθεν άρνηση του άλλου

ναλέτι (το) = άδικο, αδίκημα, το κρίμα. Συνήθης φράση – βρισιά: Ναλέτι να ‘χεις παλιοκλέφτη

ναλετιάζω = νευριάζω

ναμάζι (το) = προσευχή

νάμι (το) = καλή φήμη, καλό όνομα. Συνήθης φράση: Έδωκε νάμι στο χωργιό έτηνά η κοπελιά

ναμουσούζης (ο) = ανυπόληπτος, άτιμος

νάναρα (τα) = τα τραγούδια του ύπνου, τραγουδιστά νανουρίσματα

ναντζονά = φώναζαν έτσι δυνατά στην κατσίκα για να φύγει από τη ζημιά, η να μην παρεκτρέπεται γενικά

ναντρανίζω, αναντρανίζω = αναθαρρύνω, σηκώνω τα μάτια, αναρρώνω

ναπχιπχι = κάλεσμα γάτας  για να έρθει κοντά

ναφιλέ = δυστυχώς, τίποτα

νάχε, νάχενε = εάν, αν. Συνήθης φράση: Ν’ άχε μπορούσα θα επήγαινα αμοναχός μου

νε = τι

νε νε = όχι, όταν λέγετε σε επανάληψη

νεϊκεύω = φαίνομαι  νεότερος. Συνήθης φράση: Αυτή ενείκεψε, καιρό έχω να τη δώ, μα εδά φαίνεται κοπελιά

νέικος -η -ο = σαν νέος

νεκατωτοί, ανεκατωτοί (οι) = ανακατεμένοι

νεκρίκια = πένθιμα (όσον αφορά το αργό χτύπημα της καμπάνας), νεκρώσιμα ως προς τη θέση κατάκλισης. (Παλιά απέφευγαν να κοιμούνται  με το κεφάλι στη δύση και τα πόδια στην ανατολή, διότι αυτή ήταν και θέση των νεκρών στο μνήμα, και αυτό θεψρείτο κακός οιωνός). Συνήθεις φράσεις: Γύρνα από κιέ τη κεφαλή σου μόνο κοιμάσαι νεκρίκια. Ή:  Η καμπάνα εχτύπησε νεκρίκια; ή ετσά μου φάνηκε;

νελέσω, ανελέσω = μαζεύω το σχοινί με ειδικό τρόπο κρατώντας τις τυλιξές στο ένα χέρι, και στο τέλος με την άκρη του σχοινιού τυλίσω και μεταξύ τους όλες τις τυλιξές

νελώνω = ξεσηκώνω, αναστατώνω, παρενοχλώ ζώα. Συνήθεις φράσεις: Μην το νελώνεις το κοπέλι και δεν το ξεφορτώνομαι μετά. Ή: Μη μου νελώνεις τσι όρνιθες και δε τρώνε τη τροφή ντως

 νέμονο = όχι δά. Συνήθης φράση: Εθάργιες πώς θα τη πατούσα , νέ μόνο

νένα (η) = τροφός

νενέ (η) = μητέρα

νενεύγω,νενεύω, νανεύγω, νανεύω = παραχαϊδεύω. Συνήθης φράση: Αργά θα σε ταχτοποιήσω εγώ, όχι θα κάθομαι να σε νανέυγω

νεραϊδής (ο) = ο νεραιδοπαρμένος, αλαφροίσκιωτος

νεροπαρσά (η) = πλημμύρα του εδάφους, οι αυλακώσεις στο χώμα από τις ροές του νερού της βροχής

νέτα σκέτα = ορθά κοφτά

νετλέτι (το) = λύτρωση, σωτηρία

νέτος -η -ο = σίγουρος

νέφαλο, ανέφαλο (το) = σύννεφο

νεφέσι, ντουμάνι (το) = πολύς καπνός, φωτιά

νεφόκαημα (το) = κουφόβραση

νησαντινόνερο (το) = αλάτι και σόδα διαλυμένα στο νερό

νιάψης (ο) = κακόφαγος, ο δύσκολος στο φαγητό. Συνήθης φράση: Αντε μωρέ νιάψη που δεν είσαι ικανός μουδε να φας, και θες να δουλέψεις κιόλας

νιηρούμαι = αποφεύγω μια πράξη

νινίδι (το) = η κόρη του ματιού

νισάφι = έλεος, φτάνει πια, αρκετά πια

νιτερέσο (το) = συμφέρον. Συνήθης φράση: Να μην ανακατεύεσαι σε ξένα νιτερέσα

νιτρυγάρει, ιντρυγκάρει = κατατρώει με έγνοιες, τριγυρίζει και βασανίζει

νιψίδι (το) = φτιασίδι του προσώπου

νογώ = καταλαβαίνω, σκέφτομαι, αντιλαμβάνομαι. Συνήθης φράση: Δεν νογάσαι ποιος μπορεί να σε συκοφάντησε;

νοδάρος (ο) = νοτάριος, συμβολαιογράφος

νοήματα (τα) = νεύματα με τα χέρια ή τα μάτια

νοιώθω = έχω διανοητική ικανότητα. Συνήθης φράση: Καλιά να νοιώθεις παρά να μπόθεις

νοματίζω = ονοματίζω, αποκαλώ με το όνομά τους

νομάτοι (οι) = νοματαίοι, άτομα

νομπέτι (το) = σειρά, διαδοχή, διαδοχική σειρά

νονόλια (τα) = οι πλακωτές πέτρες πάνω σ΄άλλο στο παιγνίδι αμάδες. (Το παιγνίδι παιζόταν από δύο έως τέσσερα παιδιά, έστηναν τα νονόλια, δηλαδή  τέσσερεις πέντε πλακωτές πέτρες απάνω σ’ άλλο και από απόσταση πέταγαν ένας ένας την αμάδα, μια πλακωτή πέτρα, κυρίως θαλάσσης. Τα παλιά χρόνια όποιος πέταγε την αμάδα έλεγε και τη φράση: »Μπαρμπί κι ελευθερία και τα νονόλια κάτω»)

νοτισμένος -η -ο = μουσκεμένος από υγρασία, βρεγμένος

νοτουλάκι (το) = ημέρες του νοτιά, το απόγειο μαγευτικό αεράκι τα βράδια στην Κρήτη

νουρί (το) = λάμψη, φως

νουριούμαι = σιγοκλαίω μουρμουρίζοντας

νουσουρέτι (το) = θεϊκή βοήθεια, δύναμη για νίκη

ντα = αλλά, μήπως, όμως. Συνήθης φράση: Ντα πώς το κατάλαβες;

ντα κουκιού κουκιού, ντά ψωμί = κάλεσμα σκύλου

νταβαντούρι (το) = γλέντι

νταβάς (ο) = δίκη, φιλόδικος

νταβούκι (το) = φέρετρο

νταβράντισμα = η διαδικασία δυναμώματος του οργανισμού

νταβράντισμένος -η -ο = αυτός που έχει συνέλθει από τον ξεπεσμό

νταβραντώ -ιζω = αντέχω, υπομένω, καρτερώ, είμαι γεμάτος από ζωτικότητα, σφρίγος. Συνήθης φράση: Νταβράντα γέρο νταβράντα!

νταγιαντώ -ίζω = αντέχω, αντιστέκομαι, υπομένω, υποφέρω, ανέχομαι. Συνήθης φράσεις: Δε νταγιαντώ τσι πόνους μου μπλιό. Ή: Εγίνηκες ετόσονα κακόψυχη, που μπλιό δέ σε νταγιαντίζω

νταγκάδα (η) = η άσχημη μυρωδιά του χαλασμένου λαδιού. Συνήθης φράση: Εχάλασε θαρρώπως το λάδι μας γιατί γροικώ και βγάνει μια νταγκάδα

ντάγκος (ο), νταγκούλι (το) = ένα τεμάχιο παξιμάδι

νταγκωμένο = ταγκιασμένο, τσαγκό, λάδι που καίει στο λαιμό γιατί είναι χαλασμένο

νταγλαράς (ο) = μαντράχαλος, μαγκλαράς

νταής (ο) = ψευτοπαλλικαράς, αυτός που παριστάνει τον παλλικαρά

νταϊφάς (ο) = ομάδα. Συνήθης φράση: Δέ φτάνει που μου ‘κανε το νταή, μονο ήφερε και ένα νταιφά κοπρίτες να μου τη πέσουνε

ντάκαρα, εντάκαρα = άρχισα

ντακέρνω, ντρακέρνω = αρχίζω

ντάλα μεσημέρι = καταμεσήμερο

νταληφισέκης (ο) = επαναστάτης

νταλίμι = τουλούμι. φράση: τον έκαμε νταλίμι στο ξύλο = μαύρο στο ξύλο

νταλντίζω = τρυπώνω, αποξεχνιέμαι

νταλώνω -μαι = θαμπώνομαι, τυφλώνω -μαι από λάμψη ή από πολύ φως, ή από αντικατοπτρισμό. Επίσης και με το καθρεφτάκι όταν στέλνουμε φώς στα μάτια του άλλου, πάλι τον νταλώνουμε. Συνήθεις φράσεις: Κλείσε το παραθύρι γιατί με νταλώνει ο ήλιος. Ή: Επέρασες και με ντάλωσε η γ- ομορφχιά σου

νταμουλάς (ο), ντουσουμέτι (το) = αποπληξία

ντανάς (ο) = ταύρος

ντανιά, νταρντανιά, ντανές (η) = απότομο δυνατό τράβηγμα, τέντωμα κυρίως σχοινιού ή σπάγκου

ντάνταλος, ψηλοντάνταλος (ο), ντερέκι (το) = πολύ ψηλός άνθρωπος

νταντεύω, νταντεύγω = περιποιούμαι, φροντίζω, μεγαλώνω το μωρό. Συνήθης φράση: Θαρείς πως εγώ θα κάθομαι να σε νταντεύγω σα με να γεράσεις;

νταντουλιάσανε = γίνανε πλαδαρά, και κουνιώνται πέρα δώθεν. Συνήθης φράση: Αυτή είχε κάποτε σφιχτά στήθη, μα δα εγέρασε και νταντουλιάσανε

ντάντουλος -η -ο = χαλαρός, πλαδαρός, υγρό σε δοχείο όταν το κουνάμε δεξιά αριστερά. Συνήθης φράση: Για ξάνοιξε εκεινησές τα βυζά είναι ντάντουλα και πάνε πέρα πόδε

νταντουλώ = κουνάω ένα υγρό σε ένα δοχείο. Συνήθης φράση: Μη νταντουλάς το κουβά και χύσεις τι νερό (μην τον κουνάς πέρα δώθεν)

ντανυά (η) = απότομο τέντωμα συνήθως σχοινιού ή σπάγκου (αρχ. τανύω)

νταούλα (η) = η κατσίκα (Αν. Κρήτη)

νταούλι (ήκαμες με) = δεν με εξυπηρέτησες, (φράση ειρωνική, παρόμοια με το »ήκαμες με με το πετάσι» η »εκαλημέντεψες με’). Συνήθης φράση: Ήκαμες  με νταούλι, ένα πορτοκάλι μου έφερες, και επερίμενα και εγώ να μου φέρεις μια τσάντα

νταούλι (την ήκαμα) = επαραχώρτασα, εφαγα πολύ που η κοιλιά μου φούσκωσε σαν τύμπανο). Συνήθης φράση: Επήγαμε στην εκκλησία το πρωί του Αη Γιωργιού και μοιράζανε φαγητά, βραστό κρέας με ρύζι. Ήκαμά τηνε εγώ νταούλι)

νταούλι = είδος τυμπάνου

νταραμπούκα (η) = είδος τυμπάνου. Συνήθης φράση: Ετσά να σε ιδούνε οι χωργιανοί να σου παίξουνε νταραμπούκα

ντάργα (βάζω ντάργα) = βάζω σπιουνιές

ντάσκα (η) = παλιά πάνινη ντρίληνη  σχολική τσάντα (ιταλ daska = τσέπη). Τα παλαιότερα χρόνια, μέχρι το 1968 περίπου, σε πολλά χωριά της Κρήτης, τη σχολική τσάντα την έραβε η μαμά, με ένα σκούρο χονδρό ύφασμα. Ήταν σαν ταγάρι με μακρύ πάνινο κορδόνι, όπου κρεμόταν από τον ώμο. Μέσα εκεί έβαζαν οι μικροί μαθητές τετράδια, μολύβια, τα κοβδόλια, την μαύρη πλάκα κλπ)

ντατόρος (ο) = γιατρός

ντελιασμένος -η -ο = εξοργισμένος, θυμωμένος από κάποια στέρηση όπως νερού φαγητού, ερωτικής διάθεσης ζώων κλπ. Συνήθεις φράσεις:  Άμε να ποτίσεις τα έχνη, γιατί είναι ντελιασμένα από τη δίψα. Ή: Να πας αργά την αίγα στο τράγο, γιατί είναι ντελιασμένη η κακομοίρα

ντελικανής (ο) = νέος, έφηβος, λεβέντης. (Τουρκ. deli kani = ζεστό αίμα)

ντελιμάς (ο) = το ξυλίκι, παλιό παιγνίδι των παιδιών

ντελίνα (η) = τρελογυναίκα, ζωηρή και θρασύς γυναίκα, όμορφη και ζωηρή γυναίκα, ντελικανίνα

ντελίριο (το) = τρέλα, κρίση, παραφροσύνη. Συνήθης φράση: Ησπασε η γαϊδάρα το σκοινί και μετά την έπιασε ένα ντελίριο, αγλακούσε και πόγειρε αλάργο. Συνηθίζεται και  η κατάρα: Έπου να σε κόψει ντελίριο

ντελιώ = θυμώνω εξοργίζομαι, θυμώνω, έχω μια έντονη επιθυμία από πείνα δίψα κλπ. Συνήθης φράση: Δε σου δίνω πού να ντελιάσεις (λυσάξεις)

ντελμπισά (η) = απατεωνιά

ντελμπίσης (ο) = απατεώνας. Συνήθης φράση: Εκειά που θα κάνει ο ντελμπίσης κολατσό, δεν κάνει μεσημέρι

ντελόγκως, ντελόγως, ντελόγο = αμέσως

ντεμεζούκα (η) = χρέος, γραμμάτιο, πρόστιμο. Συνήθης φράση: Και μετά τη ζημιά τού’ρθε και μια νεμεζούκα να πλερώσει εκατό χιλιάρικα

ντέμπλα (η) = ένα μακρύ ξύλο ή κοντάρι, ευθύ και ανθεκτικό για ράβδισμα, ενίοτε και ένα μακρύ καλάμι. Ειρωνικά η μακρύφυλλη γυναίκα. (Την μακρυά αυτή ντέμπλα, την είχαν για να ρίχνουν τις ελιές, τα χαρούπια, τα καρύδια κλπ. Διάλεγαν σκληρό άγριο ξύλο, γιατί το καλάμι έσπαγε εύκολα)

ντενεκές (ο) = μεταλλικό τάσι νερού και κρασιού, αλλά και ο άνθρωπος που δεν παίρνει τα γράμματα). Συνήθης φράση: Αυτός ντενεκές εγεννήθηκε ντενεκές θα ποθάνει, ότι κι αν του λες, πράμα δε καταλαβαίνει

ντένι (το) = κοτσάνι φρούτων

ντερέκι (το), ντάνταλος, ψηλοντάνταλος (ο) = άνθρωπος πολύ ψηλός

ντερμενιά (η) = η ξύλινη κούνια που είναι σαν παλάντσα και κάθεται το ένα παιδί από τη μια μεριά και το άλλο από την άλλη και ανεβοκατεβαίνουν, ασταθές αντικείμενο. Συνήθης φράση: Πέταξέ τηνε μωρέ ετηνά τη καρέκλα, δε θωρείς πως είναι ντερμενιά, και θα σε ρίξει χάμε;

ντερμιτζής (ο) = σιδηρουργός

ντέρτι (το) = μαράζι, καημός, ψυχικός πόνος, ασθένεια, θλίψη, πάθος

ντεψίζικο, εντεψίζικο (το) = πονηρό

ντεψίζω, εντεψίζω = πονηρεύω

ντζένια, τζένια (τα) = τα ξύλινα ή μεταλλικά παλούκια που δένεται το σχοινί  των ζώων

ντήρηση, εντήρηση (η) = φόβος, συστολή, επιτήρηση, επίβλεψη

ντηρώ = βλέπω, παρατηρώ

ντιβάνι (το) = κλίνη, συμβούλιο αξιωματούχων

ντιβάνω, αντιβάνω = μεταπείθω, βάζω λόγια, κάνω κάποιον να αλλάξει γνώμη. Συνήθης φράση: Εγώ είχα κανονισμένη τη δουλειά, μα πήγε η  λεγάμενη και αντίβαλε το προξενιό

ντιλμπαζα, μπιλμπάζα (η) = αγριογυναίκα, καπάτσα, γλωσσού

ντιμπιντούς = εντελώς, τελείως, ντίπι. Συνήθης φράση: Αυτός είναι ντιμπιντούς ολιόχαζος

ντίνα (η) = μεγάλη δεξαμενή υγρού από λαμαρίνα, κυρίως λαδιού

ντιντήρω, ντιδήρω = περνώ απέναντι, πάω από πέρα

ντιντινίζω, ντουντουνίζω = κουδουνίζω. Συνήθης φράση: Κλείσε έτονά το μηχάνημα γιατί βρουχά δυνατά και ντιντινίζει τ’αφτί μου

ντίπι, ντίπ, ντιμπιντούς = τίποτα, καθόλου, τελείως, ολοσχερώς. Συνήθης φράση: Μα ντίπη παλαβός είσαι;

ντιστοιβάσσω, αντιστοιβάσσω = σείομαι δυνατά, ανεβοκατεβαίνω, δονούμαι, τραντάζω απότομα

ντιχντιρντί, νταχντιρντί = ξυλοδαρμός. Συνήθης φράση: Τον άρπαξα  και τού δωσα ένα νταχντιρντί, που θα μου το θυμάται. Τη λέξη »νταχντιρντί» την έλεγαν και στο ταχτάρισμα των βρεφών

ντοά (η) = προσευχή, παράκληση. Συνήθης φράση: Ντοά θα κάνω στο θεό για να σε φέρει πίσω

ντοβλέτι (το) = φυλή

ντόγιες (οι), ρούνια (τα), βελούργιες (οι) = κομμάτια πανιού ή ρούχου υφάσματος

ντόδια, αντόδια (τα) = δόντια

ντολαντίζω = προσπαθώ να καταφέρω, ταλαντεύομαι, ξεγελώ κάποιον, πείθω κάποιον για κάτι, καταφέρνω κάποιον. Συνήθης φράση: Επήγε η γριά στο σπίτι του αδερφού μου και εντολάντισέ τονε να μη δεχτεί τη συμφωνία

ντονέ = τους. Συνήθης φράση:  Μαζί ντονε είχα πάει και γώ

ντοντίνι, αντοντίνι (το) = χάνδρα κομπολογιού, κολιέ κλπ. Οτιδήποτε μικρό και στρογγυλό πλαστικό ή κοκάλινο. Μεταφορικά η φράση το νού σου ντοντίνι = να προσέχεις  πολύ.  Συνήθεις φράσεις:  Νά ‘χεις το νού ντοντίνι να μη σε ξεγελάσουνε. Ή: Ήσπασε ο κολιές και σκορπίσανε τα ντοντίνια πέρα πόδε

ντορβάς, δορβάς, δρουβάς (ο) = ταγάρι, ταίστρα μεγάλων ζώων. ( Μέσα στον ντορβά έβαζαν κριθάρι, ταγή, η ρόβι που ήταν δυνατή τροφή ιδιαίτερα για τα γελάδια που όργωναν. Την τροφή αυτή την κρέμαγαν στο λαιμό του ζώου, όπου  την έτρωγε σιγά σιγά. Αν δεν έτρωγαν αυτές τις ενισχυμένες τροφές τα ζώα, με το σκέτο άχυρο δεν μπορούσαν να αποδώσουν την επ’αύριο στο όργωμα)

ντουγρού = ευθεία μπροστά (στην υπόλοιπη Ελλάδα) απ’ ευθείας, αμέσως (στην Κρήτη). Συνήθης φράση: Καί ετσά όπως ήτονε πχιωμένος, έπεσε ντουγρού στη στέρνα

ντουζένι (το) = όρεξη, κέφι στη διασκέδαση. Συνήθης φράση: Εβγήκε στα ντουζένια ντου και  ήπαιξε και δυο μπαλωθιές

ντουκιάνι (το) = μαγαζί, καφενείο

ντουλμές, ντουλουμές (ο) = σκέψη, συλλογισμός

ντουλούμπα (η) = χειροκίνητη αντλία νερού

ντουνιάς (ο) = γη, κόσμος

ντουργουτζές, ντουργουντζάς, νταμουλάς, κόλπος = ντουβρουντζάς, συγκοπή καρδιάς

ντουρντίζω -μαι = συνθέτω, κατασκευάζω, ετοιμάζω, στολίζω -μαι

ντούρος -α -ο = καλοδιατηρημένος, κοτσονάτος, δυνατός ( Ιταλ. durro = σκληρό, ανθεκτικό)

ντουρτουλούκι (το) = ξεφάντωμα. Συνήθης φράση οι στίχοι από το ποίημα του Ξωπατέρα: Δε το ξανάδαμε ποτέ σε τέθειο ντουρντουλούκι, να πολεμούνε ένα παπά, εννιά χιλιάδες Τούρκοι

ντουσουλμές, ντουχιουλμές (ο) = επίμονη στεναχώρια, μεγάλος καημός, θλίψη, παραζάλη, ψυχική κούραση

ντουσουμάνης = άσπονδος εχθρός

ντουσουντίζω, ντουχιουντίζω, ντουγιουντίζω, ντουχιντίζω = καλοσκέπτομαι, υπολογίζω, υποθέτω, φαντάζομαι, συλλογίζομαι, προαισθάνομαι, βασανίζω το μυαλό μου. Συνήθης φράση: Εντουχιούντιζά το εγώ πως θα ΄λα κακογεννήσει εκεινά η προβάτα

ντράβαλα (τα) = μπλεξίματα, φασαρίες, μπελάδες. Συνήθης φράση: Παράτα τονε ήσυχο, να μην του βάνεις ντράβαλα

ντρεθιώνω, ντρετώνω = ισιώνω

ντρέτα = ίσια, κατακόρυφα, ειλικρινά, ευθέως. Συνήθεις φράσεις: Ντρέτα στάσου μη κάνεις καμπούρα (ίσια). Ή: Εκειονέ το στύλο τση ΔΕΗ, δεν τον εστελειώσανε ντρέτα (κατακόρυφα). Ή: Αν είσαι άντρας μίλιε ντρέτα. (ευθέως και ειλικρινά)

ντρέτος -η -ο = ίσιος, κατακόρυφος, όσον αφορά τον άνθρωπο ειλικρινής, ευθύς, δίκαιος

ντρετώνω, ντρεθιώνω = ισιώνω, παίρνω τον ίσιο δρόμο. Συνήθεις φράσεις:  Πάρε ετονέ το σίντερο να ιδούμε, το ντρεθιώνεις; (ισιώνεις) Ή: Εδα εντρέτωσε η δουλειά μας (πήρε το σωστό δρόμο), ενώ ειρωνικά: εσωντρέτωσε η δουλειά μας (=εστράβωσε η δουλειά)

ντρίλι, ντρίλινο (το) = χονδρό μάλλινο ύφασμα, καλά πιεσμένο ύφασμα

νύμα, νυματερό (το) = μεταλλικό καρφί, ή μυτερό ξύλο που μπορεί να καρφώσει. Συνήθης φράση: Πιάσε κιονέ το νύμα να νυματάς το γάιδαρο στη καπούλα  να τρέχει γερά γερά

νυματερά, ανεκατερά (τα) = συκοφαντίες, λόγια, διαβολές, ανακατέματα. Συνήθης φράση: Μα καλά, δε κάνεις άλλη δουλειά από το να βάνεις νυματερά; (λόγια κατηγόριες συκοφαντίες, προκλήσεις για καυγά)

νυματώ -ίζω = καρφώνω ένα μυτερό αντικείμενο στα καπούλια του γαϊδάρου για να τρέξει γρηγορότερα. Μτφ, βάζω φιτιλιές: Παράτα τόνε στην ησυχία του μη τόνε νυματάς

νυφάδι (το) = υφάδι

νυχτιπάρωρο (το) = αγρυπνία, ολονύχτια διασκέδαση. Συνήθης φράση: Νυχτιπάρωρο εδιαλύσανε η παρέα από το σπίτι και γείρανε αθό ντα χωργιά τως

νυχτοπαρωρώ = αγρυπνώ, περιφέρομαι εν καιρώ νυκτός. (πάρωρα, πάρωρης = πολύ αργά)

νώμος (ο) = ώμος