Ψ

ψαθούρι = καθιστοί κάτω στη ψάθα, καθιστοί κατάχαμα, καθιστοί όλοι μαζί κατά γης, αλλά και χαμόστρωμα κάτω οι ελιές, πολλές πεσμένες ελιές

ψακί ή ψακή, ψακωτικό (το) = δηλητήριο, οτιδήποτε δηλητηριάζει,  μτφ.ψακί = στυφνός , κακόψυχος άνθρωπος. Συνήθης φράση: Είναι αυτή ένα ψακί, ο θιός να σε ξεμιστεύγει

ψακόκαιρος (ο), ψάκα (η) = δυνατό κρύο

ψακομμένος -η -ο = δηλητηριασμένος, μτφ. κακόψυχος

ψακοντέ = η γεύση του πικρού, πικράδα

ψακώνω -μαι = δηλητηριάζω -μαι

ψαλιδόκωλος (ο) = ο μή φορών κρητικιά βράκα αλλά ευρωπαϊκό μακρύ παντελόνι. (Παλιά, όσοι φορούσαν κρητικές βράκες, έλεγαν ειρωνικά ψαλιδόκωλους, όσους φόραγαν ευρωπαϊκό παντελόνι)

ψαλιμουδίζω, ψιψιρίζω = σιγοψιθυρίζω

ψαράδες (οι) = τα άσπρα μαλλιά

ψαρογάροι (οι) = σαρδέλες παστές

ψαρός -η -ο = άσπρος

ψεγάδι, ψέγος (το) = ελάττωμα, μειονέκτημα, ατέλεια

ψεγαδιάζω = κουτσομπολεύω, συκοφαντώ, υβρίζω, λέω ψεγάδια (ελαττώματα)

ψεγαδιάστρα (η) = η κουτσομπόλα, αυτή που βρίσκει ελαττώματα στους άλλους

ψέγος = ιδέ ψεγάδι

ψείρες (οι) = παλιό παιδικό παιγνίδι με τόπι. (Κάθε παιδί άνοιγε κι από  ένα λακκάκι στη σειρά και σε όποιου το λάκκο σταματούσε το τόπι, το πέταγε στον άλλο, κι άμα τον έβρισκε στη πλάτη το τόπι εκείνος έχανε)

ψεσιναργάντινος, ψαργάντινος, ψαργάδινος -η -ο = χθεσινοβράδινος

ψεσινός -η -ο = χθεσινός

ψήμα (το) = ψήσιμο. Συνήθης φράση: Ψήμα θέλει το φαί μάνα

ψημίδα (η) = γλιστρίδα, αντράχλα ( επιστ. πουρτουλάκα η λαχανευτική)

ψηφί (το) = γράμμα, ψηφίο, εκτίμηση

ψήφος (ο), ψηφί (το) = τιμή, σέβας

ψηφώ = τιμώ, παραδέχομαι

ψιδαψιλεύσεις (οι) = περιποιήσεις, φροντίδες

ψίκι (το) = συνοδεία του γάμου, ασκέρι, πλήθος

ψιμάρνι (το) = όψιμο αρνί

ψιμοκαιριάζω = αδυνατίζω

ψιμολιδιάζω = (αφορά ελιές ) ο καρπός της ελιάς μαυρίζει και πέφτει πρόωρα, χωρίς να φτάσει σε κανονική διάσταση λόγω έλλειψης νερού

ψιμολίδιασμα (το) = η πρόωρη ημιτελής ωρίμανση της ελιάς όπου μαυρίζει και πέφτει στη γη, κυρίως λόγω έλλειψης νερού

ψιμόνερο (το) = το νερό της βροχής που πέφτει όψιμα. (Απρίλιο – Μάιο)

ψιμυθευτός -η -ο = λεπτοκαμωμένος, ελκυστικός, φτιασιδωμένος. στολισμένος

ψιμύθια (τα) = στολίδια σε κέντημα ή σε υφαντά

ψιχάλι, ψίχαλο (το) = λιγάκι, κομματάκι ψίχουλο. Συνήθης φράση: Πιάσε εκειέ να φάς ένα ψιχάλι ψωμί να μην πάνε τα συκώθια σου κάτω

ψιχαλίδα (η) = ψιχάλα, λίγες σταγόνες βροχής, αραιή βροχή. Συνήθης φράση: Σιγά μην έβρεχε, έριξε μια ψιχαλίδα κι αυτό ήτονε

ψιψιρίζω = ψιθυρίζω σιγανά, αλλά και πολυξεσκαλίζω, πολυδιαλέγω, πολυκοιτάζω. Συνήθεις φράσει: Ηρθε σήμερο πεθερά μου στο σπίτι, και μόλις μπήκε μέσα την είδα και ψιψίριζε κάτι τί στ ‘αφθια του πατέρα μου. Ή: Αφήστε τα και ξά τως, μή τα ψιψιρίζετε και πολύ, μα δεν αξίζουνε το κόπο

ψύ, ψή (η) = ψυχή (πλυθ, ψές = ψυχές)

ψυγομαραίνω -ομαι = ψύγομαι και μαραίνομαι

ψύγω -μαι = ξηραίνω, ξηραίνομαι, ψύγομαι, μαραίνομαι

ψυκό (στο) = στο στήθος βαθιά, στο μέρος της καρδιάς

ψυλάσσω = τσιμπολογώ

ψυρίζω = λεπτολογώ, διαλέγω λεπτομερώς

ψυχανεμίζομαι = υποπτεύομαι, υποψιάζομαι, οσμίζομαι, πρωτοαντιλαμβάνομαι

ψυχνιάζει = αρχίζει και πέφτει κρύο

ψυχνιός (ο) = ψυχρός

ψωθροκόμματο (το) = ένα κομμάτι ψωμί αντί φαγητού. Συνήθης φράση: Με το που φτάξαμε στο σπίτι, δεν επερίμενε το κοπέλι μηδε να μαγερέψω, μόνο αρπά ένα ψωθροκόμματο και εσπαλάθωσε το ίσα κάτω

ψώμα, ψευθιά (η) = ψέμα

ψωματένιος -α -ο = ψεύτικος

ψωροφύτης (ο) = η ψώρα