Θ

θα να’ναι, δα νά ‘ναι = θα είναι. Συνήθης φράση: Θα νά ναι σα και σήμερο που χάσαμε το μακαρίτη

θαλα, θελα = θα, θε να. Συνήθης φράση: Εγώ άχε μου το πείς, θαλα να΄ρθω

θάμμα (το) = θαύμα. Συνήθης φράση: Επαέ έχουνε γενεί, πράματα και  θάμματα

θαμμή (η) = ταφή

θαμπιόλι, χαμπιόλι, σφυροχάμπιολο (το) = μικρός αυλός, μικρή φλογέρα, συνήθως αυτοσχέδια από καλάμι ή σφάκα

θανατάς (0), θανατικό (το) = θάνατος, πεθαμός. Συνήθης φράση: Επλάκωσε θανατάς στη περιοχή και δε προλαβαίνει ο παπάς να θάφτει

θαρμίζω, φταρμίζω -μαι = ματιάζω -μαι

θαρμός, φταρμός (ο) = βασκανία, μάτιασμα

θαρρεύομαι, θαρρεύγομαι = εμπιστεύομαι, βασίζομαι, έχω τις ελπίδες μου

θάρρη, θάρρητα (τα) = οι ελπίδες. Συνήθης φράση: Εγώ έχω τα θάρρη μου στη Παναγία να γενεί καλά το κοπέλι

θαρρώπως = ίσως, μάλλον. Συνήθης φράση: Θαρρώπως ήρθανε οι καλεσμένοι μας

θαρρώτο = το θαρρώ, νομίζω. Συνήθης φράση: Θαρρώτο γω, πως θα βρέχει αύριο και θα ξεκουραστούμε

θε μπού, θε μού = προς τα πού. Συνήθης φράση: Είδες θε μπού πήγανε τα πρόβατα;

θελ’α, θαλ’α = θα. Συνήθης φράση: Άμα θαλ’α κάτεχα πως θελ’α – ν έρθετε θά’ χα μαγερεμένα

θεμελιακός (ο) = στιβαρός

θεολογικό (το) = τα εκκλησιαστικά βιβλία. Συνήθης φράση, οι στίχοι  από το τραγούδι του Διάκου: Κι άστο πως ήταν όμορφος, ήταν και σπουδαγμένος, μέσα στο θεολογικό ήτανε  διαβασμένος

θεοτικός -η -ο = ο από το θεό προερχόμενος, ορθός, σωστός, κατάλληλος, καλοφτιαγμένος. Συνήθεις φράσεις: Ε καλά, ένας θεοτικός  καφετζής δεν υπάρχει στο χωργιό σας  να κάνει καλό καφέ; Ή:  Έτονα το κατσουμάντερο δε μου φαίνεται πολλά θεοτικό

θεόψυχά μου = μα το θεό. Συνήθης φράση: Μα ήντα κάνεις ετά ετόσηνα ώρα, θεόψυχά μου

θεσμένος -η -ο = κοιμισμένος, ξαπλωμένος. Συνήθης φράση: Δε θωρώ πράμα φώς, γ -ή θεσμένος είναι, γ -ή λείπει

θέτω = κατακλύζομαι, ξαπλώνω, πλαγιάζω, κοιμάμαι, αλλά και αφήνω κάτω, τοποθετώ, δίνω. Συνήθεις φράσεις: Κάτσε να παίξεις χαρθιά σα τον άθρωπο, γ -ή πάω και θέτω (πάω για ύπνο) Ή: Ηφερες το κουρούπι;  Καλά, θέσε το τα. (άστο εκεί που είσαι, δίπλα σου). Εξάνοιγα  μπας και κάμω το ραδιάκι να παίζει, μα τελικά το σοδιάλυσα, του θέτω του και ‘γώ μνιά, και το πετώ άλλη μπάντα! (του δίνω). Ή: Ερχόταν ο τροζός με φόρα να με πατήσει, και θέτω ένα πήδο και πεθιούμαι στην άκρα του δρόμου (θέτω πήδο = δίνω ένα σάλτο)

θιαρμίζομαι, φθιαρμίζομαι, φτιαρμίζομαι = βήχω. Συνήθης φράση: Άμε μπρέ να βάλεις ένα σάκο (σακάκι), να μη σε γροικώ να φθιαρμίζεσαι

θλιφτός -η -ο = θλιμμένος

θολόσταση (η) = αλεύρι αραιό ανακατεμένο με ζάχαρη και ζεστό νερό, μαζί με χυλόφτα ήταν απαραίτητο φαγητό της λεχώνας

θρινάκι (το) = ειδικό ξύλινο εργαλείο σαν πιρούνα με μακρύ χέρι για το λίχνισμα των σιτηρών και οσπρίων στο αλώνι, λιχνιστήρι

θρομύλι (το) = πέτρα ή ξύλο με τρύπα, που στηριζόταν και περιστρεφόταν το αδράχτι

θρουλί (το) = ψιχάλι, πολύ μικρό κομματάκι, ελάχιστη ποσότητα, καθόλου. Συνήθεις φράσεις: Αν’ έρθεις να με βοηθήσεις στο φούρνο θα σου δώσω δυό ψωμιά, άμα δεν έρθεις δε σου δίνω θρουλί (δε σου δίνω τίποτα). Ή: Μάζωξε τα θρουλιά να τα δόσεις των ορνιθώ (τρίμματα από ψωμιά στο τραπέζι)

θρουλώ -ίζω = θρυμματίζω, κάνω θρύμματα, μικρά κομματάκια (από το θρύβω)

θροφαντός -η -ο = καλοθρεμμένος

θροφαρέ, θροφάρι = γουρούνα, γουρουνάκι

θρύμπα, θρούμπα (η) = θρούμπη, αρωματικός θάμνος του βουνού για τσάι και για να νοστιμίζει φαγητά

θρύψαλα, θρουψαλα (τα), χίλια κομματάκια = σπασμένα κομματάκια. Συνήθης φράση: Εξεκόλησε το χερούλι από το σταμνί, ήπεσε χάμαι  και εγίνηκε θρύψαλα

θυμητικό = ικανότητα θύμησης. Συνήθης φράση: Εγώ δόξα το θεό, έχω καλό θυμητικό ακόμη

θυμίζω = βρίσκομαι σε ερωτική διάθεση, (αφορά θηλυκά οικόσιτα ζώα). Συνήθης φράση: Να πας αργά την αίγα στο τράγο, γιατί θαρρώπως θυμίζει

θυμός, σπίρτο (ο) = σπιρτάδα, οι βαθμοί  στα οινοπνευματώδη ποτά. Συνήθης φράση:  Ωψτη παντέρμη τη ρακή, ένα θυμό τον έχει. (θυμό επίσης έλεγαν και τη σπιρτάδα που περιέχει η φλούδα των εσπεριδοειδών, που σαν την δίπλωνες και την πίεζες πέταγε μικρές σταγόνες, που άναβαν στη φλόγα της φωτιάς)

θυρίδα = τετράγωνη τρύπα του σπιτιού 25Χ25 εκ. από την εξωτερική πλευρά, που σκοπό είχε να στερεώνονται τα δοκάρια και οι σκαλωσιές του χτίστη. (Μέσα στις τετράγωνες τρύπες αυτές, όταν δεν τις έκλειναν, τοποθετούσαν πρόχειρα κατά καιρούς κάποια ευτελής αξίας πράγματα, η μικρά σκεύη, εργαλεία κλπ)

θωριά (η) = ματιά, όψη, εμφάνιση

θωρώ = βλέπω, υποπτεύομαι, υποψιάζομαι, παρατηρώ, καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι, διαπιστώνω. Συνήθεις φράσεις:  Θωρείς ποθές τη παρασύρα; (βλέπεις;). Ή: Νάτα πάλι τα πρόβατα του βοσκού, θωρώ  να πάνε στο αμπέλι να το ρημάξουν, (υποπτεύομαι, υποψιάζομαι) Ή: θωρείς μπρέ  ανε δουλεύει καλά η μηχανή; (παρατηρείς; μπορείς να καταλάβεις;) Ή: Θωρείς τα δα τα λόγια μου που βγήκανε ένα ένα, σα  του παλιού γραμματικού, απού βαστά τη πέννα, ( διαπιστώνεις πως ότι σου είπα βγήκε αληθινό)