Β

βάβουλας (ο) = το έντομο κάνθαρος, βαμβακούλα, ο γνωστός μας μπαμπακίτης

βαβούρα, βαβουρανιά (η) = βόμβος, θόρυβος, οχλαγωγία. Συνήθης φράση: Σταματήσετε μπλιό τη βαβουρανιά σας γιατί θέλω να κοιμηθώ

βαβουρανίζω = θορυβώ

βάγγα (η) = χωμάτινη λακκούβα, χαντάκι βαθύ και μακρύ

βαγί (το) = το λουλούδι

βάγια (τα) = οι βαγιές, χουρμαδιές, οι σταυροί των βαίων. Συνήθης φράση από τον Πατούχα του Κονδυλάκη: Κάθε που πάω στην εκκλησιά βάγια μοιράζουνε

βάγια, βαγίτσα (η) = η υπηρέτρια (Από το βιβλίο του Eρωτόκριτου)

βαγιοκλαδίζω = περιποιούμαι, φροντίζω

βαγίτσα (η) = υπηρέτρια

βαγκεστώ ή βαγγεστώ -ίζω = αποκάνω, βαριεστώ. Συνήθης φράση: »Ναι μπρε βαγκέστατο μα δεν είναι ανάγκη (= ναι μα φτάνει)

βαθοκαυκίζω = είμαι αχόρταγος και τα θέλω όλα, είμαι πλεονέχτης. Συνήθης φράση: Μα είδες; Εβαθοκαύκισε το Πελαγιό, είπα του να κόψει δυο πορτακάλια, και ‘κείνο επήγε και εγέμωσε ένα καλαθίδι!

βαλλαή (τουρκ) = μα το Θεό

βαντζάρω, ξεβαντζάρω, ξεβαντζέρνω = προεξέχω, περισσεύω

βάνω ντάργα, βάνω πάγο, βάνω πόστα, βάνω αγκίδια, βάνω φιτιλιές = βάζω λόγια, διαβάλλω, επιπλήττω, κάνω παράπονα. Συνήθης φράση: Επήγε ο αδερφός μου και τον ε βρήκε νε και του ‘βαλε ντάργα για το χωράφι πως επήγε κ’ ήβγαλε το σύνορο

βαρβακίνες (οι) = μαυροπετρίτες, είδη γερακιού

βάρδα, βάρντα = φτάνει, στην άκρη, μακριά από δω. Συνήθεις φράσεις: Εγώ θα πάω στο σπίτι ντου, βάρδα να μη μου πει πράμα για το χωράφι.., Ή: Βάρδα φουρνέλο! = μακριά από δω, θα ανατιναχθεί φουρνέλο

βαρδιάνος (ο) = σκοπός φύλακας

βαρεμένη (η) = η έγκυος. Συνήθης παροιμιώδης φράση: »Από πού ‘σαι βαρεμένη;». »Από πέρα κι από πόδε η καημένη!» ( Η φράση δηλώνει την ασυδοσία και την έλλειψη ηθικής κάποιων γυναικών)

βαρέμι, βερέμι (το) = η φθίση, το χτικιό, φυματίωση. Μτφ. καημός

βαρεσάρης (ο) = οκνός, τεμπέλης

βαριοκαρδίζω = στεναχωρώ κάποιον

βαριοκάρδιση (η) = στεναχώρια, θλίψη

βαρίσκω = τραυματίζομαι, πληγώνομαι (αόριστος εβάρικα = εχτύπησα)

βαρισμαθιά, βαρισματέ (η) = τραύμα, χτύπημα, κάκωση

βαρισμένος (ο) = πληγωμένος

βαροκουραδάρης (ο) = αυτός που έχει μεγάλο κοπάδι

βαρονούσης (ο) = ο έχων ελαττωματική αντίληψη

βαροπιάνω = μου κακοφαίνεται

βαροπρουκισμένος -η -ο = με ιδιαίτερη μεγάλη προίκα

βαρούν = βαραίνουν. Συνήθης φράση γνωστό τραγούδι: Όσο βαρούν τα σίδερα βαρούν τα μαύρα ρούχα, γιατί τα φόρεσα και ‘γω για μνιάν αγάπη απου ‘χα

βαροφάνηκε = κακοφάνηκε. Συνήθης φράση: Δε μου βαροφάνηκε πως δε μού ‘δωκε τα χρωστούμενα, μονό μου βαροφάνηκε πως σε μου ‘πε μουδε καλημέρα

βαροχαρατσώνω = επιβάλλω βαριά χαράτσια

βαροψυχώ = βαριέμαι, τεμπελιάζω, αδιαφορώ. Συνήθης φράση: Μα το θεό εσύ δεν είναι για κόσμο, βαροψυχάς ακόμη και να φας!

βάρσαμος (ο) = δυόσμος

βασμός (ο) = οι χτύποι της καρδιάς

βαστάγια (τα) = κορδόνια

βαστώ = κρατώ, προσταχτική βάστα – σήκω

βαταλαλώ = θορυβώ ή ομιλώ άσκοπα σε χαμηλό τόνο

βατεμένη (η) = γκαστρωμένη (αφορά θηλυκά ζώα)

βατεύω = γκαστρώνω (αφορά θηλυκά ζώα)

βάτσα (η) = η άπλυτη, αχτένιστη, ακάθαρτη, απεριποίητη. Επίσης αυτή πού έχει κοντά αυτιά (αφορά ζώα). Συνήθεις φράσεις: Άντε να πας να λουστείς και να χτενιστείς, να βάλεις και ένα θεοτικό φουστάνι, μονό σουλατσάρεις σα τη βάτσα. Ή: Άει να πάς ένα πγιάσμα σανό τσή αίγας τση βάτσας γιατί δε την ήφταξε εκειονά που τση πήγα

βατσέλι (το) = η λεκάνη, ο δίσκος

βατσίνα (η) = εμβόλιο δαμαλισμός. Συνήθης φράση: Για δείξε μου το μπράτσο σου να δω η δικιά σου βατσίνα πως είναι…(Σε όλους τότε το εμβόλιο άφηνε στο μπράτσο και το σχετικό σημάδι)

βάτσουνα (τα) = βατόμουρα

βγαίνει του = του αξίζει. Συνήθης φράση: καλά να πάθει, μα βγαίνει του

βγαίνω = ανεβαίνω, φανερώνω, μου αξίζει. Συνήθεις φράσεις: Ο αντάρτης βγαίνει στο βουνό. Ο καβρός βγαίνει από τη τρύπα του. Ηφαες το ξύλο μα ήβγαινανέ σου…

βγανιά, εβγανιά (η) = συκοφαντία

βγάνωτη = τη ξεσκαπουλάρω, τα καταφέρνω να τα βγάλω πέρα, τα φέρνω βόλτα, ενώ »βγάνει δε τη βγάνει» = χαροπαλεύει

βγαρτίζω, αβγαρτίζω = τελειώνω την εργασία μου

βγαρτό (το) = απόστημα, όγκος, σπυρί, εξάνθημα

βγιάση, βιάση (η) = βιασύνη, σπουδή. Συνήθης φράση: Ε δεν είναι δά βγιάση να φύγετε άρον άρον και να μη σας ε κεράσωμε κάτι τι

βγιόλα (η) = λουλούδι

βγόδωμα (το) = σκεύος, εργαλείο

βγορίζει = φαίνεται από το ύψωμα, διακρίνεται από παντού λόγω υψώματος. Συνήθης η φράση σατηρικού ποιήματος: Από το Πετροκάστελο βγορίζει το Μορόνι, του Στρατογιάννη η μουλαριά τσινά και δέ μερώνει

βεγγέρα (η) = επίσκεψη στη γειτονιά, βραδινή συγκέντρωση συγγενών και φίλων, ή μέχρι αργά, ή για απλή επίσκεψη με δώρα γλυκά κλπ

βελούργια (τα), ντόγες (οι), ρούνια (τα) = ξεσκισμένα ρούχα

βελτόνι, βερτόνι (το) = το βέλος του τόξου (Από τον Ερωτόκριτο)

βένα (η) = ίνα σε χόρτα ή λαχανικά, φρούτα κλπ

βεντέμα (η) = περίοδος σοδειάς, μεγάλη παραγωγή, καλή σοδειά

βερβελίδες (οι) = κοπριά αιγοπροβάτων, κουνελιών, λαγών. Συνήθης φράση: Γιάε οι βερβελίδες του λαγού, φρέσκες είναι και επαδά στο χωράφι θα ν έχει τη κοιμηθιά του

βέργα (η) = ίσιο ξύλο

βεργάτος -ο = ριγωτός. Συνήθης φράση: Εράξανε οι κάτες να φάνε το κριάς, και εκειοσάς ο βεργάτος εβούτηξε νε ένα μεζέ και εσπαθάλωσε το ίσα πέρα

βεργόλιγνος (ο) = ευκίνητος, εύστροφος

βεργολυγερή (η) = λυγερή σαν βέργα, λεπτή ευκίνητη

βερέμης, βαρέμης, βερεμιάρης (ο) = φθισικός, χτικιωμένος, ο άρρωστος από φυματίωση

βερεμιάζω = χτικιάζω

βέρος -α -ο = γνήσιος αληθινός

βέρσα (τα) = οι τρόποι, κόλπα, συνήθειες, αλλά και οι στίχοι. Συνήθης φράση: Τρέχα να πάς τη παραγγελιά, κι άσε, τα βέρσα σου δε με πιάνουνε εμένα

βερτζί (το) = ρόδινο, ροδόχρουν

βίγλα (η) = το βουνό, το παρατηρητήριο

βιγλάτορας (ο) = παρατηρητής, φρουρός, στρατιώτης

βιγλίζω = κατοπτεύω από ψηλό σημείο, παρατηρώ με προσοχή από ψηλά

βιλάνος (ο) = αγροίκος

βίσσαλο (το) = σπασμένο κεραμίδι ή σπασμένο κομμάτι πήλινης κατασκευής. Συνήθης φράση: Να πάω θέλω σε ένα τόπο που κατέχω πολλά βίσσαλα να κουβαλήσω καμπόσα να σάσω ένα φουρνάκι. (Παλιά όπου ήξεραν μέρη με σπασμένα πιθάρια, βίσσαλα, πήγαιναν και τα μάζευαν και με αυτά έφτιαχναν την εσωτερική μόνωση του φούρνου μαζί με αργιλόχωμα. Τέτοιες περιοχές ήταν η Γόρτυνα και στο Ψηλό Καστέλι, φυσικά από τα σπασμένα πιθάρια που δυστυχώς δεν περισώθηκαν)

βιστιρά (η) = προσβολή από πονηρά πνεύματα

βίτσα (η) = λεπτή ίσια βέργα, ευλύγιστο ραβδί, βέργα

βιτσίλες (οι) = τα όρνεα, γυπαετοί, χρυσαετοί. Μια σχετική φράση: Αφήνουν οι κοράκοι να φάνε οι βιτσίλες;

βίτσισμα (το) = σύντομος δρόμος

βίτσισμα, βιτσά, βεργιά (η) = χτύπημα με βίτσα ή βέργα, μαστίγωμα

βλάβος (το) = η ελονοσία

βλαστοσύρνω, βλαστοσέρνω = αναπτύσσω νέους βλαστούς

βλαψίδια (τα) = συμπτώματα του πρώτου τριμήνου της εγκυμονούσα, (ζαλάδες, εμετοί, πρήξιμο στο στήθος κλπ)

βλεπές (ο) = ο αγροφύλακας

βλεπίζω = παρακολουθώ, φυλάω, παραφυλάω, επιτηρώ

βλεπιός (το) = η φροντίδα, η παρακολούθηση, η προστασία

βλέπιση (η) = παρακολούθηση

βλέπομαι = φυλάσσομαι

βλέπου, βλέπε, βλεπήσου (προσταχ.) = πρόσεχε. Συνήθης φράση: Βλέπε από τα να μη σου ξεφύγει το αρνί. (φύλασσε)

βλέπω = βόσκω ζώα, αντιλαμβάνομαι, παρακολουθώ, προσέχω. Συνήθεις φράσεις: Σήμερο το Μανωλιό πάει να βλέπει τα πρόβατα. (βοσκάει) Ή: βλέπω το φως μου ( ξετυφλώνομαι). Ή: Βλέπω ο καιρός το πάει για βροχή (αντιλαμβάνομαι)

βλογιά (η) = ανεμοβλογιά

βλογιοκομμένος -η -ο = σημαδεμένος από σπυριά στο πρόσωπο

βλογούμαι = παντρεύομαι

βλοημένος = παντρεμένος (από το ευλογημένος)

βολά (μια) = μια φορά, κάποτε

βόλακας (ο) = μεγάλη πέτρα

βόλβερη (η) = σκόνη

βολέει = βολεύει

βολεύω, βολεύγω = ταχτοποιώ προσωρινά, διευκολύνω (τριτοπρόσωπο βολεύει = διευκολύνει, υπάρχει ο απαραίτητος χώρος και χρόνος

βολίστρας (ο) = μεταλλικό κόσκινο με μεγάλες τρύπες

βολιτέρνω = κάνω περίπατο

βολοκοπώ = σπάω βόλους με το βολοκόπο

βορδονάρης (ο) = ο πραματευτής, πλανόδιος έμπορος

βορόσκι (το) = σκαλιστός κοίλος ξύλινος κορμός, χρήσιμος για χρήση καπνοδόχου

βοσκαριάς (ο) = βοσκός

βόσκαρος, βόσκακας (ο) = βάρβαρος στους τρόπους

βοσκίζομαι = είμαι στη βοσκή, χορταίνω φαγητό, γεμίζει η κοιλιά μου φαί, (αρχ. ευοχέομαι ευοχούμαι= χορταίνω). Συνήθης φράση: Άντε πάρε τα οζά να πας να τα βοσκήσεις  (να τα πας στη βοσκή). Ή: Μπα δε θα φάω άλλο, εβοσκήθηκα καλά (εχόρτασα)

βουηθώ = βοηθώ

βούι (το) = το βόδι

βουκολιές (οι) = μεγάλες μάντρες με σκιά κάτω από ελιές ή πλατάνια όπου αράζει το κοπάδι

βούκολος (ο) = βοσκός

βούλα (η) = σφραγίδα

βουλή (η) = η θέληση

βουλισμένος ή τσιλασμένος -η -ο = χτίριο όπου έχει πάθει καθίζηση, καταπλακωμένος. Ο βουλιαγμένος σε υγρό στοιχείο, βυθισμένος Μτφ. περασμένος, π.χ βουλισμένοι χρόνοι = περασμένα χρόνοι

βουλώ = παθαίνω καθίζηση, αλλά και βουλιάζω

βούπα (η) = το ψάρι γόπα

βούρ = παρορμητικό, σημαίνει εμπρός, όρμα, ορμάτε

βουρβούλα (η), βουρβούλακας (ο) = μεγάλη μύξα

βουρβουλακώ = αναταράσσω τα νερά, φυσώ με καλαμάκι μέσα σε υγρό, ρουφάω τη μύξα μου

βουρβούλες (οι) = μύξες δυνατές

βούργια (η), βουργιάλι (το), βουργίδι (το) = κρητικό σακίδιο. (Απαραίτητο εργαλείο η βούργια για τον άνθρωπο της υπαίθρου διότι μέσα σε αυτήν μετέφερε το φαγητό του. Ή κρεμαστή στα σκαρβέλια του γαιδάρου, είτε στη πλάτη του βοσκού μαζί με τη χαχαλόβεργα. Αν δεν είχε μαζί του το κουρούπι με το φαί, στη βούργια θα έβαζε ότι εποχιακό. Από τσιγαρίδες, έως ραπανάκια, από κοκαλιαρό ψωμί με ελιές και αθοτύρι, μέχρι αυγά βραστά, από ντομάτες μέχρι ρέγγες ή λουκάνικα. Τα πάντα έμπαιναν στη βούργια, κι αν δεν ήτανε τα πάντα, το μπουκαλάκι με το κρασί δύσκολα εξέλειπε)

βουρίδι = μούσκεμα. Συνήθης φράση: Έπιασε μιαν ομπριά και εγίνηκα βουρίδι (έγινα μούσκεμα από μια απότομη βροχή)

βούρκο (το) = βόρβορος, έλος

βουρτακώ = βουτώ στις λάσπες, λακτακώ

βουτσιά, βουτσά, βουτσέ (η) = κοπριά αγελάδας, (πλυθ οι βουτσές)

βρασκί (το) = πήλινο δοχείο χωρίς στένεμα στο λαιμό

βρίνω, βρίχνω = βρίσκω κάτι, συναντώ κάποιον, πετυχαίνω το στόχο

βρίχνομαι = παρευρίσκομαι, συμπαραστέκομαι στην ανάγκη κάποιου, υπάρχω καλού κακού. Συνήθεις φράσεις: Εσύ έχεις τη κόρη σου και σου βρίχνεται στα δύσκολα (συμπαραστέκεται). Ή: Αγόρασε και συ μια ομπρέλα να σου βρίχνεται

βρομώ, βρομέζω = βγάζω άσχημη μυρωδιά, βρομίζω. Συνήθης φράση: Βάλε το φαί στο ψυγείο το βράδυ να μη βρωμέσει

βροντόλυρα (η) = η δυνατή λύρα

βροντόνερο (το) = η ξαφνική απότομη και ραγδαία βροχή μετά από βροντές

βρούβα (η) = άγριο χορταρικό φαγώσιμο (Η βρούβα είναι το αγαπημένο βραστό χόρτο του Κρητικού. Ο πατέρας μου μου έλεγε πως δε χορταίνει φαί α δε φάει βραστές βρούβες! Ακόμα και τις πρώτες πρώτες τις έβγαναν με το μαχαιράκι, τις έβραζαν και μετά τις έκαναν ομελέτα, ενίοτε έβαζαν και λουρίδες από χοιρινό μέσα. Ακόμα πιο ωραία τα τσιμπητά σταχάκια της βρούβας βραστά με χλωροκούκια , σταφυλίνακα και αγκινάρες. Φυσικά δεν εξέλειπαν τα βραστά αυγά μέσα στα χόρτα για να πιούνε το κρασί τους)

βρουβολόισες = γυναίκες με ειδικότητα να βρίσκουν βρούβες, καμιά φορά και επί πληρωμή

βρουβολοώ = μαζεύω βρούβες

βρουβοξέσταχα (τα) = στάχυα βρούβας

βρουλιδιάζω, μπρουλιδιάζω = περνώ το βρούλο από κάποια αντικείμενα, περνώ στην κλωστή από κάποια αντικείμενα  και κάνω μια αρμαθιά

βρούλο (το) = ελώδες φυτό με μακριές βελόνες. Μτφ. ο πολύ λεπτός άνθρωπος

βρουχά = θορυβεί με επαναλαμβανόμενο ήχο, κυρίως ο θόρυβος μηχανής ή αυτοκινήτου, βομβεί. Συνήθης φράση: Όλη μέρα στο εργοστάσιο, ακόμα βρουχούνε τα αφθιά μου (βουίζουν)

βρουχί (το) = κάτι το ογκώδες, μεγαλόσωμος, μεγαλοκαμωμένος. Συνήθης φράση: Είδε τη γυναίκα του Σήφη; Δυο μέτρα ένα βρουχί, και μια- ν ασκημόφατσα… μάναμ μάναμ!

βρούχος (το) = βρυχηθμός, ο βροντώδης δυνατός θόρυβος, αποκρουστικός ήχος (κυρίως από μηχανές). Συνήθεις φράσεις: Ηντά ‘ναι εκειονά το βρούχος απου γρηκάται; Ηρθε κοντό το φορτηγό; Ή: Κοπέλια γρηκάτε το ένα βρούχος απο αλάργο; Έρχεται σάικα δυνατή ομπριά κακορίζικα μονό βγιαστείτε!

βρυγιά (τα), αβρωνιές (οι) = τα βρύα

βρυχής (ο) = άγριος, αδάμαστος

βρωμιάρα, μαγαρισά (η) = γυναίκα κακοφτιαγμένη με άσχημη μυρωδιά. Συνήθης φράση: Άστηνε μα αυτή είναι βρώμα και μαγαρισά

βρώξη (η) = στάλα, ρουφηξιά, γουλιά

βύθος (το) = η άβυσσος

βώλος = σβώλος από χώμα, αλλά και σβώλος παιγνίδι. Συνήθης φράση: Εγώ παιδί μου θα κάνω χωράφι, μόνο εσύ πάρε ένα σκαλιδάκι να σπας τσι βόλους απού θα πετά τ’ αλέτρι

βωλοσερμαθιά (η) = ίχνη από αντικείμενο πού έχει συρθεί. Ίχνος φιδιού που έρπεται (κολοβοσερμαθιά – ίχνη από κάποιον που έρπεται, ή σύρθηκε καθιστός). Συνήθης φράση: Μα καλά, τον όφη θωρείς και τη βωλοσερμαθιά γυρεύγεις;

βωλοσέρνομαι = κινούμαι χωρίς δύναμη με δυσκολία, περιπλανούμαι άδικα, ταλαιπωρούμαι

βωλοσέρνω = σβαρνίζω το χωράφι, τραβολογώ τη σβάρνα, σύρω πίσω μου ξύλινη κατασκευή που σπάει τους βόλους. Τραβολογώ ή σύρω κάτι πίσω μου. Συνήθεις φράσει: Ούλη την ημέρα εγύριζα γύρου γύρου και εβωλόσερνα το χωράφι, και ΄δα είμαι ολιοζάλιστος! Ή: αυτός βωλοσέρνει τη ζώνη του = έχει λυτή τη ζώνη και σούρνεται πίσω του (μια φράση που δηλώνει πως ο άνθρωπος αυτός ψάχνει αιτία να τη πατήσει κάποιος τη ζώνη του για να αρχίσει καυγά)

βωλόσυρο (το) = ξύλινη κατασκευή πού σύρουν τα ζώα για να ισοπεδώνουν το χωράφι από τους βόλους, επίσης ξύλινη κατασκευή με μαχαίρια από κάτω η αιχμηρές πέτρες από οψιδιανό, για να τεμαχίζουν τους κορμούς των σιτηρών στο αλώνι