μουράγια (η), χάμουρα (τα)

0

ειδική κατασκευή από δερμάτινους ιμάντες που πέρναγε στο πρόσωπο μπρος και πίσω από τα αυτιά του ζώου, και από κάτω. Έχει χαλκά από κάτω (γκερντανέ) να δένεται το σχοινί του ζώου κατά τη βοσκή, ή για να το τραβάει κάποιος καθ οδόν. Τα χάμουρα αφορούσαν κυρίως μουλάρια και άλογα

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here