μούτσουνο (το), μουτσούνα (η)

0

μούρη, πρόσωπο ανθρώπου, μουσούδα ζώου. μτφ μουτσούνα = σκατόφατσα, κακόψυχος άνθρωπος. Συνήθης φράση: Ιδέ μια μουτσούνα που θάργιες πως δέν θα ‘λα σε ανακαλύψω

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here