μπαιλντίζω

0

αγαναχτώ, απηυδίζω,δυσανασχετώ, λιποθυμώ, υποφέρω, υποβάλλομαι σε μεγάλο κόπο, κουράζομαι. (Τουρκ bayilmak)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here