μπανέλα (η)

0

μεταλλικό ατσάλινο έλασμα μέσα σε κορσέδες. Εξάρτημα παιδικού παιγνιδιού, ειδικό έλασμα ή σύρμα σκληρό που στην μία άκρη είχε σχήμα ένα ανάποδο »Π» όπου με αυτό οδηγούσαν το τσέρουκλο (στεφάνη βαρελιού)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here