μπασαλί (το), μπασαλής, πασαλής (ο), πουνιάλο (το)

0

μαχαίρι με λαβή και θήκη για τη μέση του νέου. Αρχικά λεγόταν πουνιάλο επι Ενετών, αλλά την Τούρκικη επικράτηση ονομάσθη μπασαλής (μπάς = ανώτερος, πρώτος και καλύτερος). Συνήθης φράσεις: (Στίχοι ενός τραγουδιού): Όσο θα ζώ το μπασαλή τ ‘ ασημοστολισμένο, αδελφοχτό μου θά ‘χω εγώ στη μέση μου ζωσμένο. Ή: Έ να φάς μαύρο μπασαλί = μαύρο μαχαίρι, εννοούσαν την εγχείριση, η μεγαλύτερη κατάρα ήταν να ευχηθείς να εγχειριστεί κάποιος. Για τα ζώα βέβαια »να φάς μαύρο μπασαλή», εννοούσαν να σφαχτεί

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here