μπαταξής, μπατακτσής, μπαταχτσής (ο)

0

ο μή πληρώνων τα χρέη του, ανέντιμος, ζωηρός, άτακτος, αλήτης ( Τουρκ.batacsi)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here