μπελονιάζω

0

περνώ τη βελόνα, μτφ. βάζω λόγια δικά μου, κακολογώ κάποιον, μπερδεύω την κατάσταση, εμπλέκω κάποιον. Συνήθης φράση: Και εδά άμα πας να τη βρεις, πες της να μη με μπελονιάζει εμένα γιατί εγώ κάν δεν είχα πάει καθόλου εκεί…

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here