μπολίδα (η), μπολίδι , μπόλι (το)

0

γυναικείο κάλυμμα κεφαλής, άσπρο γυναικείο κεφαλομάντηλο, στενό ύφασμα μεταξωτό που το βάζανε στο κεφάλι, ύφασμα μακρύ με κρόσσια που το έβαζαν στη μέση

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here