μπούκα (η)

0

το στόμα κατ επέκταση όπου υπάρχει στόμιο η είσοδος σε τούνελ, σε λιμάνι, το στόμιο του κανονιού τουφεκιού κλπ ( εξου και η μπουκιά). Συνήθεις φράσεις: Άνοιξε τη μπούκα σου να σου δώσω να φας κάτι τι. ( λατιν. bucca, Ισπαν. la boca = στόμα ). Ή: Τον έχω στη μπούκα το τελευταίο καιρό και θα μου το πλερώσει (τον έχω στο μάτι για να του κάνω κακό με τη πρώτη ευκαιρία)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here