παχνιά (η)

0

η ποσότητα άχυρου ή σανού, που θα φάει το γαϊδούρι άλογο κλπ. η ποσότητα άχυρου ή σανού που χωράει στη ματζαδούρα του ζώου (φάτνη), το φαΐ σε σανό ή άχυρο μιας βραδιάς του ζώου. Συνήθης φράση: Αμε να βάλεις των εχνώς (ζώων) από μια παχνιά άχερα

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.