εμπίτισε (νε)

τέλειωσε, χάθηκε, καταστράφηκε, πάει τέλειωσε ρ. μπιτίζω = τελειώνω, αποπερατώνω. Συνήθεις φράσεις: Αφού τό ‘χασες, άστο μά μπίτισε δά. Ή: Σά δε μπιτίζει καλή του την εξαλάμισες = Παρ’όλα αυτά, καλή του την έφερες. Ή: Εμπιτίσανε εκειανά απου κάτεχες (ετελειώσανε)

έμπος (το)

μια σκοτείνιασμα του ουρανού, σκοτεινός καιρός προμήνυμα βροχής, ομίχλη. Συνήθης φράση: Αντέστε πάμε να δρομώσωμε γιατί γίαε, ο καιρός είναι ένα έμπος