παλιόβρεμα (το)

0

το μπαγιάτικο παξιμάδι, το παξιμάδι που έχει βουτηχτεί στο νερό, αλλά έχει μείνει αφάγωτο πολλές ώρες. Συνήθης φράση: Φέρε μου παέ ένα ντάγκο ψωμί να τον -ε βρέξω να φάω σαν άθρωπος, μόνο μου κουβάλησες ούλα τα παλιοβρέματα

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here