παντίδει

0

ευκαιρεί, ταιριάζει, επιτρέπει, έχει διαθέσιμο χρόνο. Συνήθεις φράσεις: Δέ παντίδει να μπει το ψυγείο από τη πόρτα (δεν χωράει) . Ή: Δέ παντίδει να μπεις στο σπίτι από τα, άμε από την άλλη πόρτα (δεν επιτρέπεται). Ή: Παντίδει του Κωστή νά ‘ρθει που τονε θέλω? (έχει χρόνο;). Ή: Δέ παντίδει να μπει το κλειδί στη κλειδωνιά (δε ταιριάζει)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here