παντιδερός -η -ο

0

ευκολόπιαστος, βολικός. Συνήθεις φράσεις: Ήθελα να φορτώσω τα δυό πυθάρια στο μουλάρι, μα δέν είναι παντιδερά και φοβούμαι αμοναχός μου μη τα σπάσω, γιαυτό σε φώνιαξα. Ή: Σήμωσε τη γαϊδάρα κοντά στη πέτρα να πατήσεις να καβαλικέψεις απου ‘ναι παντιδερά

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here