παπούρα (η)

0

βαρύ αλέτρι στο όργωμα, άγονη Γή πάνω σε ύψωμα, λόφος, λοφοπλαγιά. Συνήθης φράση: Μωρη Μαρία! Να σκωθείς μωρή ταχινή ταχινή και να πάς εκεια ‘οπέρα στη παπούρα, και να δώσεις τσ ‘αίγας μνιάς σκοινιάς χόρτα (= Βρέ Μαρία, να ξυπνήσεις πολύ πρωί αύριο και να πάς απέναντι στο λόφο που είναι η κατσίκα δεμένη, και να τη δέσεις λιγάκι πιο πέρα όσο το μάκρος του σχοινιού της (Σημειωταίον το »μωρη» = βρέ, δέν έχει πάντα ηβριστική ένοια )

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here