παραπαντώ

0

βάζω ή κάνω κάτι στην άκρη, παραμερίζω, βάζω χώρια, παίρνω κάτι και το διώχνω χωρίς να με δούνε, κλέβω. Συνήθης φράση: Πχιάσε και μάζωξε τσι πατάτες απο τ ‘ αυλάκι και παραπάντησέ τσι να μη τσι πατεί ο γάιδαρος (βάλε στην άκρη). Ή: Παραπάντισε εκειονέ το κλαδί τσ ‘ ελιάς να περάσει ο γάιδαρος (παραμέρισε). Η: Επαραπαντήσανε αθο το ποταμό τα οζα, και μετά τα πήρανε και φύγανε οι κλέφτες (εκλέψανε)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here