παρασύρα (η)

0

σκούπα παλαιού τύπου, σκούπα από μουντί ή βρουλενια, διάφοροι θάμνοι, που χρησίμευαν για σκούπισμα κυρίως στα αλώνια. Μτφ. παρασύρα = όλα μαζί, γενικώς. Συνήθεις φράσεις: Πχιάσε τη παρασύρα και παράσυρε τα φύλλα τση μουρνιάς απο την αυλή. Ή: Τσι αγκινάρες να τσι κόβγετε παρασύρα, μή διαλέγετε μικρές ή μεγάλες.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here