πασπαλιά, πασπάλη (η)

0

μια χουφτιά. Συνήθης φράση: Επέταξέ του το κοπέλι μια πασπαλιά χώμα στη μούρη και εστράβωσέ τονε

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.