παστρεύω, παστρεύγω

0

καθαρίζω και σκουπίζω (κυρίως πρόσωπο χέρια πόδια, το τραπέζι κλπ) Συνήθης φράση: Πιάσε τη πετσέτα να παστρέψεις τα χείλια σου γιατί έχουνε λάδια

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here