πατσάβρα (η)

0

παλιόπανο της κουζίνας, πατσαβούρι, πατσαβούρα, μτφ, η βρώμικη, ελεεινή και άχρηστη γυναίκα, αυτή που έχει βρώμικη ψυχή, η πονηρή. Συνήθης φράση: Ε τη πατσάβρα, δεν εσκέφτηκε μηδε τα κοπέλια τση οντε -ν ήκανε τσι βρωμιές τση

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here