πέτσα, πετσί (η)

0

δέρμα ζώου κατεργασμένο, το σκληρό δέρμα, τμήμα ανθρωπίνου δέρματος που έχει σκληρύνει όπως οι φτέρνες από πολύ περπάτημα χωρίς παπούτσια, ή ανάμεσα στην παλάμη του χεριού από χειρονακτικές εργασίες, επίσης το κακάδιασμα πληγής αλλά και η πόσθη του πέους (εξ ου και ο πέτσας = μαλάκας)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here