πιλώθω

0

σφίγγομαι, βάζω ζόρισμα να κάνω κάτι, όπως να γεννήσω, να αφοδεύσω κλπ, σπρώχνω, γενικά κουράζομαι και ταλαιπωρούμαι να κάνω κάτι. Συνήθεις φράση: Ηντα πιλώθεις κακομοίρη και σάζεις ετόσουσας τροχάλους, που αύριο μεθαύριο θάρθουνε οι χοχλιδολόοι πάλι και θα στσι γκρεμίσουνε

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here